Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Ενύπνια Ψιχίων

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 248 επιπλέον λέξεις

Advertisements

προθάλαμος

Όταν θα γίνεις ανάμνηση
οι στάχτες σου
θα ακροβατούν
ουράνιο εναιώρημα
σε κείνο τον ιστό που φτιάξαμε
από παιδιά
ονειροπαγίδα
κι η συνοχή τους
θα υποσκάπτεται
απ’ την ατομικότητα
του κάθε κόκκου
σαν ένας διαρκής βιασμός
που αποτάσσεται
τη βία του
καταργώντας
την κλιμάκωση
τη διάρκεια
και το ορμέμφυτο
τα πόδια σου
θα μεγαλουργούν
κρυστάλλινα δόρατα
ως υπήρξαν
γεμάτα κόκκινο
αίμα
και κόκκινο κρασί,
θα θρυμματίζονται
και φίνα θα ματώνεις
κρασί και γυάλινες
καρφίτσες
κι η νύχτα που ξέρει
πώς
να γυαλίζει τα άστρα πιο δυνατά και από το ίδιο τους το φως
θα επιχειρεί
να σβήσει όσες φωτιές απλώθηκαν στη μέρα
σαν σαλιγκάρια
γεμάτα άγχος για ζωή στον ήλιο
δίχως βροχή

μα για τον επιούσιο
οι άνθρωποι ακόμη θα σκοτώνονται
ένας ένας

και εσύ θα στέκεις
στην άκρη το ίδιο
αδιάφορος
κι ανόητος δανδής,
ένας προθάλαμος αναμονής
για πεθαμένους·

από τώρα να στο πω
πριν γίνεις ανάμνηση·
κι εσύ
νεκροτομείο
θα καταλήξεις,
επαναστάτη μου._

ΚΛ – 14/11/2018

photo: Yves Klein (1928-1962)
Leap into the Void
1960
Black and white argentic print
© Succession Yves Klein c/o Adagp, Paris
© Photo Collaboration Harry Shunk and Janos Kender
© J. Paul Getty Trust. The Getty Research Institute, Los Angeles

στην Ελευσίνα, ο χρόνος δεν φοβάται

Στην Ελευσίνα
ο χρόνος δεν φοβάται να μεγαλώσει
κάτω από μια Φρυκτωρία
των ποιημάτων και των καημών
Μάζεψα τα κομμάτια μου
που εκθέτω
ξένοι και δικοί
να τα κοροϊδεύουν
και θλιμμένα τους εξηγώ·
γιατί φουσκώνει η θάλασσα πια
με τη νοτιά
ως τον Ασπρόπυργο
και πώς βρέθηκαν τόσοι πνιγμένοι
μες στο δάσος
με τις πυτζάμες τους ακόμη
ζεστές·
νέοι άνθρωποι πως ανθίζουν στον κήπο μας
και πως χαϊδεύονται ξανά οι λεμονιές μας·
πως έγινε αυτή η επίθεση από φως
λευκότερο απ’ το γάλα
και πώς
αντιρροπεί μέσα στο σπίτι
εκείνη τη μακριά σιωπή
που χρόνια αγωνιζόταν
να γίνει τραγούδι
Με τα μάτια των παιδιών ζαλίζομαι·
εκεί κρύβεται ο χρόνος των άστρων
που έχει κλαπεί._

ΚΛ – 10/11/2018

photo: Konstantinos Loukopoulos –  2018

ποτάμι

Ζω σε ένα ποτάμι
σ’ ένα σημείο
που βουλιάζει
ή φουσκώνει
με τον καιρό
ανάποδα κωπηλατώ
με τη βάρκα μου
για να οριστώ
μα οι λέξεις αρνούνται τη βαρύτητα
που τους αναθέτω·
πχ τ’ όνομά μου
το δαγκάνουν
οι αρκουδιάρηδες
και το κάνουν γαργάρα,
κάθε αλήτης
και κάθε βασανιστής
πριν σκοτώσει
με λέει αλλιώς,
η Εφτέρπη της μάνας μου
αποκτά ένα ύψιλον
και τα πρώτα γράμματα
γίνονται βαβυλώνια
ή σανσκριτικά·
για αυτό κάποιος από πέρα
ψέλνει
μήπως συγκινηθώ,
όμως πέρα ψέλνει
ή πέρα βρέχει·
φορώ ένα σκούφο υπέργηρο
και βαρύ,
σαν τον βαρύ το θάνατο
κι όπως ρεμβάζω,
περνάτε που και που
και με σκουντάτε
καθώς κωπηλατώ·
στη λάσπη πατάτε
ή στο νερό;

ΚΛ – 03/11/2018 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: Robert B. Talfor
Plate VI of the photographic album Photographic Views of Red River Raft
1873
Hand-coloured albumen print, mounted recto only to pages with a stylised U.S. Corps of Engineers printed border
7 x 9¼ inches (17.8 x 23.5 cm)

τα χαμηλά σπίτια και το άπειρο

Τα χαμηλά σπίτια όπου μεγαλώσαμε
αποζητούσαν
την ανθρώπινη μιλιά
σαν αντηχεία της πέτρινης καρδιάς τους
ή σαν γερανοί
που τα φτερά τους κινηματογραφικά
χαϊδεύοντας
κατέρρεαν
στα μάτια των κοριτσιών που τα φορούσαν
μαζί με το πολύχρωμο χαμόγελο
σαν αρσενικά παγώνια
ή σαν μεταξωτοί χαρταετοί
κι
αυτή η καρδιά
τότε μόνο απογειωνόταν
με ένα άλμα από τα χαμηλά
σαν τόξο των αστερισμών
προς τον δέλτα της Δοράδος
καθώς
και των απλών
εωθινών ορτυκιών συναγωγός
στο ευαγές ενύπνιο της ανθρωπιάς
και των θρυμμάτων της,
όπου σπασμένα ανδρείκελα
δίχως αχαμνά
ή μπράτσα
ή σκοτεινή λάσπη
βαφτίζονταν αναθέματα·
αυτό ήταν το άπειρο
που ήταν ένα άπειρο
που υπήρχε
όπως ο Θεός
που υπήρχε
όπως ένα τίποτα.
Και τούτη η εντελέχεια,
της δυνατότητας της πτήσης
προϋπήρχε εντός του,
δίχως να το ενσωματώνει·
όπως ένα κουλούρι στρογγυλό
που αρνείται να χωρέσει
σε μια καρδιά τετράγωνη._
ΚΛ – 20/10/2018

photo: Marcus Bunyan
Tell me your face before you were born
1994
Silver gelatin photograph

daisy

Ετούτες οι μέρες
αναβοσβήνουν με σαματά
σαν κρότου – λάμψης·
έπειτα αρνούνται επίμονα να μελετηθούν
ενώ ένα πιάνο παίζει ασταμάτητα τη «Φλαμουριά»
(ή κάποιο άλλο λίντ του Σούμπερτ)
Εμείς πιάνα δεν είχαμε
μα σαν ήρθα εδώ
ταίριαζε τόσο
ένα πιάνο,
ένας σκύλος,
και κάποιες μέρες να αναβοσβήνουν ράθυμες·
ήταν τόσο αστικό!
Λυπάμαι, αποτύχαμε/
στα όνειρα η Νταίζη
δεν ακούει παρά μόνο τη Ζωή
κι όταν μου γλύφει τα χέρια,
παγάκια φυτρώνουν·
κάθεται έκκεντρη,
με τη λεκάνη στα ζερβά,
σα δαγκωμένο καγκουρώ
και τα γυμνά μου πόδια
στη γούνα της βυθίζονται·
χιόνι πέφτει πολύ,
μα το φως της
δεν ασπριζει…
όσο για το άγχος του ήλιου
ευτυχώς φέτος,
άκουσα,
η ώρα
δε θα αλλάξει._
ΚΛ – 04/10/2018

photo: Jacqui Stockdale
The Hoo
2018
C Type Print
130 x 100 cm

ενύπνια τα μεθεόρτια

Ι
Κι ήρθε μια ξένη
γραία
όσο κοιμόμουν
και το κορμί της ήταν ένα χράμι
τραχύ
βαρύ
κι απέραντο
με πλάκωσε·
– μα μην το ρίχνεις έτσι δίχως σεντόνια, μου λέει
θα γδαρθείς
ή
– ντύσου λίγο με το νερό του ποταμού
κι έλα να γλιστρήσεις
σε χωράω μέσα μου
βρε ταύρε μινωικέ
σε χωράω μινώταυρε·
ξυπνάω,
κι είμαι μες στα αίματα
κι όσους περίμενα να δω
κατάλαβα·
ήσαν πεθαμένοι.

ΚΛ – 29/09/2018

 ΙΙ

Κι είδα τη μάνα μου
– ποιοι είναι όλοι αυτοί,
μου λέει,
και που ήταν όσο ζούσα;
γιατί σ’ αγκαλιάζουν
κι εγώ δεν μπορώ;
μπορείς,
λέω,
θα ρχομαι εγώ,
κάθε ξημέρωμα·
-δε σε θέλω εδώ,
μου λέει,
δεν ανάβουν τα σώματα
κι έχουμε ξεπαγιάσει·

ΚΛ – 01/10/2018

 ΙΙΙ
Ήρθε μια σιωπή
και κρατούσε
τα σύννεφα
και κρατούσε
τους ανθρώπους που γεννούσε
το σπίτι
στον ελεύθερο χρόνο του·
εκείνοι ντύνονταν
το χρόνο
που δεν ήταν ελεύθερος
και κολυμπούσαν
προς το ξακουστό φαΐ
που φτιαχνόταν δίχως
κορίτσια
άλλοτε το κοιτούσαν να βράζει
άλλοτε εκεί, οι ίδιοι
έβραζαν·
μόνο όταν φούσκωνε,
στεκόταν στο πλάι
κι έκλαιγε μοναχό του·
έτσι έχανε το αλάτι του·
αυτός προσέθετε αλάτι
με ένα μαχαίρι
ή έσπαγε τα βότσαλα
να δει
αν είναι αυγά
ή δοκίμαζε με τα δόντια τους γλάρους
που εξέρχονταν από τις σπηλιές δίχως εξάρτυση
μόνο με σπασμένα νύχια
και τις χάρτινες λεηλατημένες καρδιές
από τις καρτ ποστάλ
της Αμβέρσας/
τίποτα δεν ακούω·
θα μπορούσα να πεθάνω εδώ μέσα
και να αφήσω το νέο
να διαδοθεί.

ΚΛ – 03/10/2018

ΙV

Έτσι μεγάλωνε το σπίτι και μας κατάπινε
από τα νεύρα του
μεγάλωνε κι έπινε
και γερνούσε
σαν μια νεκρή φέτα καρπούζι
κι έτσι κόνταιναν τα χέρια και μαζεύονταν
και τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών
ένα δίχτυ
φτιάξαν και εσωπλέκονταν
ιστός και όχι ιστία
θα βρουν τα σπλάχνα εκεί
θα βρουν
τα συκώτια μας
και των αγγέλων
το υπολειπόμενο φτέρωμα
το δόντι του ελέφαντα
το σπασμένο δόντι
και την προβοσκίδα
που κάποτε ήταν μόριο
μόριο που μεγάλωνε
με τη φοβέρα του θανάτου του
σημαία
κι εσύ θα ορίσεις
τα πέρατα
με αυτά τα μάτια
που είναι των γκρεμνών τα μάτια
που είναι των αητών
– σε βρήκα θα πεις
και δε σε εγκαταλείπω
αυγό μικρής φραγκόκοτας
που κατουράς ελάφια
μόνο τα νύχια να σου κόψω
να μην κόβεσαι, έτσι που σούρωσες
σαν τη γέρικη μπεκάτσα
έτσι που κρύφτηκες
το δέρμα που καμες γητειές
κι αυτοκτονείς
– πώς θα γλιτώσεις μωρομάνα;
– θα σ’ έκλεβα,
μα προτιμώ να χαίρομαι που πέφτεις!

ΚΛ – 28/11/2018

V

Ιδρωμένη που σε ζω
είναι χάλασμα
των αδέσποτων οι συνειρμοί
με τα μάτια τους
ξαναζεί το ταξίδι 
μέσα στην καρδιά του κτήνους
η πείνα μας
τριποδίζει για χρόνια
μα στο τέλος θεριεύει
έτσι κι εσύ
γεμίζεις
ένα βάζο υδράνθεμα των λιμνών
που γεννήθηκαν στην κεντρική Ευρώπη
ως μέλανα δάση
απλώνονται στο χρόνο σαν χερουβείμ
προδωμένα απ’ τους Ευαγγελιστές
προδωμένα
από τους ευαγγελλίζοντες
κι η ζωή συχνά είναι μια στάχτη
αδιευκρίνιστης προέλευσης
ή γίνεται ένας τελικός προορισμός
μα άσε το μαύρο που φοράς
για τα ταξίδια μας
άστο για κάποιους ανθρώπους
που πέταξαν
άστο για τα κοράκια
Χριστούγεννα που κοντεύουν
τα σπίτια τάφοι
γυρεύουν να μας καταπιούν
παράξενο
σκέφτεσαι
δεν συναντώνται οι άνθρωποι πια
με τον άγγελό τους
κερδίζει το κρύο
κατά κράτος
εγώ συνεχίζω κι ονειρεύομαι
θα σου φέρω φωτιά
(ή θα ανάψω δικιά μου)
θα σου φέρω παιδιά
με το αδύναμο σπέρμα μου
θα σου φέρω Ανοίξεις
αιχμηρές
όπως των νεοσσών χελιδονιών
το ράμφος
έξω σβουρίζει ο χιονιάς
κι οι οδοκαθαριστές
βουρτσίζουν το δρόμο
Κυριακή
ημέρα Κυρίου

ΚΛ – 04/12/2018

 

VI

Ξέπνοε χειμώνα
που όταν με θυμάσαι με πουλάς για τα ψώνια σου
τα γδαρμένα τους πρόσωπα
μην μου επιδεικνύεις·
τα ‘χω ζήσει τα χιόνια σου 
των άστρων περίγελο
τον ξέρω τον χρόνο σου
πώς φουσκώνει
στους πνεύμονες
λες και δεν αγαπήθηκε
από φαντάσματα
ποτέ
κιοτής και ολίγιστος
θα κλάψει τον θάνατο
πριν κλάψει
για τον ίδιο τον θάνατο·
κι ούτε το τέλος του δεν θα καταφέρει να ζήσει
σκλάβος
στα φράγκα
και στους αιμοδότες του·
μα ίσως μια μέρα που κανένας μας
δεν θα κοιτά
έτσι να σβήσει·
κι εκείνη η ύστατη
η σεμνή του
ανυπαρξία
να καταφέρει να γίνει
μια φλόγα αχνή 

ΚΛ – 08/12/2018

VII

Ένας παλιός συμμαθητής
που είχε υποφέρει με το σώμα του
το ανταλλάσσει αγέρωχος
με ένα ζευγάρι ομοζυγωτικούς
φοίνικες·
έπειτα τα βράδια νομίζει πως είναι μπανανιά
και γεννάει μπανάνες
(όπως οι φιλάρεσκες γυναίκες
δοκιμάζουν στους καθρέφτες
ένα χαμόγελο·
σα να δοκιμάζουν τη θερμοκρασία
στο νερό του μπάνιου)
παρόλα αυτά
νιώθει τόσο ευεργετημένος
απ’ την αιμομικτική συνύπαρξη
που τα Χριστούγεννα
βγάζει ένα πιατάκι με ποιήματα
έξω από την πόρτα του
(για τους μοναχικούς
ανθρώπους)

ΚΛ – 10/12/2018

VII

Χρόνια μετά από το σκοτεινό ενύπνιο της ασφυξίας
ήρθε και μ’ έπνιγε με το μαύρο σεντόνι της
στη βεράντα καθώς κάπνιζα
ένα μονάκριβο τσιγάρο,
πρώην καπνιστής.

το όνομα της
επί των Άστρων λαμπρύνεται

λυγμοί και κρότοι
της ημέρας που σκόνταφτε
κι όλες οι βροχές,
με τις αλαργινές βροντές τους
συνέβαιναν πέρα·
τα ρούχα πάντα νωπά
ξεχειμώνιαζαν
στην ίδια ντουλάπα ορφανεμένα
απ’ τον χαμό
έπειτα επέστρεφαν
έχοντας εγκαταλείψει
την πρότερη χρήση:
τα μαντήλια γίνονταν εσθήτες
και τα παντελόνια
πάπλωματα
οι γραβάτες αγχόνες·
οι γραβάτες ήταν πάντα αγχόνες.

Εδώ σου εκμυστηρεύομαι·
όπως θα πέφτει μια νύχτα του Δεκέμβρη του ’85
τα μυδράλια θα σιγούν
στην Αλεξάνδρας
-εκείνον τον άλλο τον Δεκέμβρη θυμίζοντας-
καθώς και
τα φαντάσματα των ασθενών
θα σκουντούν τους χωροθέτες
του παρακείμενου νοσοκομείου
για ελεύθερη διέλευση
εκεί
πάνω στη σέλα της ΕμΖετ
θα ταξιδεύω
ένας
ιππότης της νεότητας των σκύλων
και τα μαλλιά μου θα είναι ένα περιβάλλον ωραιότητας
είκοσι χρονών
το απέραντο καλοκαίρι σημαδεύοντας.

ΚΛ – 14/12/2018

 

photo: Walker Evans (1903-1975)
Hudson Street boarding house detail, New York
1931
Gelatin silver photograph
15.7 h x 20.6 w cm
National Gallery of Australia, Canberra
Purchased 1980

δίχως έρμα

Το ξέρω
ίσα προλαβαίνω,
ένα κερί που σας οφείλω
με το φως του Αυγούστου,
κι ένα ματσάκι μαργαρίτες
στη διαδρομή στο χαλίκι
δίχως έρμα,
όπου οι ψυχές συνήθως
παραμερίζουν
να περάσω·
καθώς,
τακτοποιώντας οικογενειακές φωτογραφίες,
σε μια κορνίζα γδάρθηκα,
κι είδα το αίμα μόνο του
που περπατούσε να σας συναντήσει._

ΚΛ – 25/08/2018

photo: Marcus Bunyan
Saint-Eustache Church
2018
From the series ‘Paris in film’ 2018

η οντολογία των Ταρκόφσκι

Βλέπεις ότι το ποίημα
γεννήθηκε από μια γέννα
οδυνηρή,
εκεί όπου γλιστρώντας
στ’ ανάποδο πηγάδι,
αντί να κατακρημνίζεσαι
ανάλαφρα αιθεροβατείς,
ή όταν
του Αι Λάζαρου ανήμερα,
περνώντας απ’ το
γκρεμισμένο κουρείο,
ακούς τα ψαλίδια να χτυπούν
μ’ ακρίβεια χιλιοστού και τα μαλλιά σου ιδρώνουν
ένα πηχτό λάδι
που μυρίζει περγαμόντο•
τότε συνηθως
το τέλος υπόκειται στην ανάκριση
του χρόνου
κι ας λαχταρά να παραμένει
μια εκδοχή της αρχής
κι αντί
οι λέξεις να σκορπίζονται
για να χαϊδέψουν τη σαχλή ύπαρξη
ή τις χαδιάρες γάτες,
αρχίζουν να υπερασπίζονται
την απόγνωση
των ποιητών
ενόσω η Άρκτος περιστρέφεται γύρω απ’ τον πολικό αστέρα
καθ’ όλη τη διάρκεια
του αιώνα
τρίζοντας•
τότε
ακόμη και σαν ξυπνάς,
δε σταματάς να ονειρεύεσαι,
με την απλότητα ενός παιδιού,
όλες τις τούρτες γενεθλίων
να είναι φτιαγμένες με λέγκο τουβλάκια,
και τα κεριά να ακροβατούν στις φλόγες τους
σα σινικοί εναερίτες
που επισκευάζουν την ίδια τη ζωή•
παύεις πλέον να νιώθεις
πως ομιλείς
σαν κύμβαλο αλαλάζον,
σ’ ένα βωβό και σκοτεινό Καθρέφτη•
μια μαχαιριά στην οντολογία των Ταρκόφσκι,
πατρός και υιού._
ΚΛ – 11/08/2018

photo: Dale Cox (b. 1969)
Flight SQ2118 to Thailand
2018
Acrylic on board
81 x 122cm

η αναπνοή του πάγου

Σιγά σιγά οι λέξεις
μας εγκαταλείπουν
αν και όχι
η λαχτάρα για τη σάρκα• 
κι αυτό
είναι παρήγορο•
η ποίηση τρελαίνεται να φοράει όλα τα χρώματα
(μα δεν είναι η μόνη
ζωγράφος)
Ζεστή σαλαμάνδρα
των Τροπικών
τα γέλια σου τεντώνονται
μα αυτός δεν τ’ ακούει•
γερνάει
μαζί τους
σα μια κλωστή φωτός
που είναι η ύλη του•
καθαρή μεν,
μα η καταβύθιση
δε μεταφέρει
την επόμενη μέρα
στα επιθήλια•
κι όμως η κίνησή της
χωράει το χρόνο
καθ’ ύψος•
εκεί μέσα
τα βρεγμένα κυκλάμινα
τσακώνονται με τα πουλιά,
για το χρώμα της βροχής.
Κι η μεταβολή,
των τόπων
ή των χρόνων,
ή
και των τόπων
και των χρόνων,
προκαλεί μια γλυκιά ζάλη,
σαν την αναπνοή του πάγου•
καυτή,
μέσα στο περιβάλλον
που ορίζεται._


ΚΛ – 05/08/2018

έργο: Dale Cox (b. 1969)
Always on my mind
2018
Acrylic on board
101 x 244cm