παγωτατζίδικο

Άυπνος ήμουν τέσσερα βράδυα
μα στο δρόμο σαματάδες και ντέφια
αέρας που λέπταινε
κι οι νότες αργές κατέβαιναν
σα βιαστικοί ταξιθέτες
και στη διασταύρωση
έσερνε πρώτο τον χορό το απογευματινό παγωτατζίδικο με τους μαυροντυμένους σερβιτόρους
βάδιζαν εκείνοι ξυπόλητοι
και στη αποβάθρα της Λωζάνης άλλαζαν τρένο με μιαν αρκούδα που ανέβαινε τις σκάλες στον αυτόματο•
περίμενα ώσπου χάραξε στους μουσουλμανικούς φούρνους πίσω από τα μουσεία
έπειτα πήρα τη ζωή μου
– όχι λάθος –
και την τερμάτισα πριν γίνει παγωτό._
ΚΛ – 11/05/2022 – συλλογή ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΚΟΛΥΜΒΗΣΗ

photo: Tereza Zelenková (Czech, b. 1985)
The Unseen
2015
Gelatin silver print
Image: 100 x 125cm
Purchase funded by the Photographs Acquisition Group
© Tereza Zelenková

ράγες/αργές

ΡΑΓΕΣ/ ΑΡΓΕΣ

Ι

Στον προθάλαμο του γραφείου των κολχόζ

μια ορχήστρα έπαιζε

το βαλς των τρένων που ερωτεύτηκαν τις ράγες τους

κι οι εκτροχιασμοί ξυπνούσαν

τους νεκρούς των δρόμων

τις πομπές των αυτοκινήτων τα Σάββατα

-που πάντοτε μού θύμιζαν τη Νέα Ορλεάνη,

έπειτα από τους τυφώνες ή κατά το Μαρντί Γκρα-

κι εσένα που ζήλευες τους αυτόχειρες

επειδή έκλεψαν απ’ τον θάνατο

όσα ντρεπόσουν

να τού ζητήσεις.

ΙΙ

Στο πολιορκημένο Λένινγκραντ

οι άνθρωποι κρύβονταν στου ήλιου τις αυλές

με σακατεμένα πνευμόνια, δίχως δόντια/

μα ένα κορίτσι άυλο

σχεδόν αναιμικό

άλλαζε δίσκους της Μελοντιά σε μιαν αποτέκα·

κι όλο και χόρευε και ξαναχόρευε

με κάποιο φάντασμα ενός πρόσφατου νεκρού

καθώς η Ημιτελής του Σούμπερτ

απέθετε ένα περιλαίμιο αθωότητας

γύρω από τη λεωφόρο Πούσκιν·

έτσι πάντα η ζωή θα σε πηγαίνει στην εποχή της ωραιότητας

με απλωτές αργές

μα εσύ γενναίε μου θα αποζητάς το γρηγορότερο

να παίξεις με τις λάσπες·

χθόνιος και τυφλός από τα σπάργανα

άλλοτε Τειρεσίας

κι άλλοτε σκουλήκι.

ΚΛ – 11/09/2021 – συλλογή Κάτω Χώρες

photo: από την πολιορκία του Λένινγκραντ

Death and the Maiden I

Το Θριάσιο ήταν πάντα μια κορνίζα από χρυσάφι έτοιμη να θερμοπυρωθεί
ανταλλάσσοντας δέρμα με μιαν ατμομηχανή
μες στην ιστορική συνθήκη της
μέχρι που κάποτε έγινε ολόκληρο Νοσοκομείο
με διακριτή μονάδα εγκαυμάτων
έκτοτε γεννάει εικόνες που ζουν μες στην κορνίζα του·
μια εικόνα χθόνιας δυναμικής
που εκβάλλει στα στάχυα της πεδινής Βοιωτίας σαν Αχέροντας,
κάτι υπέρηχους γεμάτους σκιές,
τους ανθρώπους που έγιναν σκιές πυκνότερες απ’ τους υπέρηχους,
το κορίτσι που πλακώθηκε από τα μπάζα στον σεισμό του ενενήντα εννιά
στα σύνορα με την αυγή
που άλλοτε ονομαζόταν οιωνοφέρουσα·
το βλέμμα της που, καταλήγοντας στο αεροδρόμιο,
περνά από τη γέφυρα του Σαρανταπόταμου
χαιρετώντας τους νεκρούς που ετοιμάζονται
για την πρωινή τους πτήση·
μια εικόνα τέλους
παγωμένη σ’ ένα αέναο στοπ καρέ·
την επίσκεψη του θανάτου που ενίοτε καταλήγει αρμένικη._

ΚΛ – 12/12/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

γκραβούρα: Gustave Doré

La Mort
Vision de Saint Jean
Dessin de Gustave Doré, gravure sur bois d’Héliodore Pisan.
Planche hors texte imprimée dans La Sainte Bible selon la Vulgate. Traduction nouvelle de l’abbé Jean-Jacques Bourassé avec les dessins de Gustave Doré.
A. Mame et fils (Tours), 1866, 2 vol. Tome II : Nouveau testament, p. 872.
BnF, Réserve des livres rares, Smith Lesouëf R-6283
© Bibliothèque nationale de France

το φως, ο Μπέργκμαν και οι ρομαντικές κομεντί (lln)


ΤΟ ΦΩΣ, Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ (LLN)
Στις νυχτερινές διαδρομές κάτω από τα γεφυράκια στη φοιτητούπολη της Λουβαίν Λα Νεβ, το σκοτάδι είναι πιο πυκνό κι από το εσωτερικό ενός μέλανος σώματος. Απορροφά το φως αυτάρεσκα και δεν το επιστρέφει. Μα όσο κι αν αναζητώ συχνά το σκοτάδι, έμπλεο ήχων και κρυφών χρωμάτων, με νοσταλγία θυμάμαι και τις απογευματινές άσκοπες βόλτες στους ίδιους δρόμους, γεμάτες χλωροφύλλη και υγρασία, λειχήνες και βρύα, και την πανδαισία των εμφανών ή και κραυγαλέων, χρωμάτων των ανθόκηπων που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα στη θάλασσα της υποπράσινης διαβάθμισης ακόμη και το φθινόπωρο καθώς ενώ ο καιρός κρυώνει κι αρχίζει να πολεμάει το φως χρονικά από τη μια, υποκύπτει στη σαγήνη του και την ατίθαση καθαρότητά του, το υποθάλπει και το καλομαθαίνει, από την άλλη. Τα σπίτια, με τα τούβλα από κόκκινο άργιλο, ταυτισμένα με την αισθητική του τοπίου παραδίδουν τις καμινάδες και τα κεραμίδια από βασάλτη στην πικρή αφαίρεση του ήλιου προς τα σύννεφα. Ταυτόχρονα οι στέγες ορίζουν τον ορίζοντα με τρόπο αμετάκλητο. Εδώ τελειώνει το απόλυτο φως και αρχίζουν οι διαβαθμίσεις του γκρίζου κι οι άνθρωποι αναδύονται λειτουργικοί αν και άχρωμοι μες στην ξανθιά μονοτονία τους. Στη στροφή της Ρυ Λουπουάνι, εκεί όπου εδρεύει το χαμηλότονο Γηροκομείο, το φως μοιάζει να στρίβει επίσης φωτίζοντας τα μπαμπακένια μαλλιά των τροφίμων, δίνοντας μιαν αίσθηση χιονισμένου τοπίου στην αυλή όπου τυλιγμένοι με χοντρές, επίσης λευκές, γούνινες κουβέρτες πάνω στις αιώρες τους και τις υπαίθριες κούνιες φερ φορζέ, οι απόμαχοι μυρικάζουν τον βίο τους με τον αναστοχασμό που οφείλουν στην ουσία του. Τρία χρόνια αργότερα οι απώλειες της δομής, εξαιτίας τον κόβιντ, θα φτάσουν το 70%. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κει, στην αρχή του δικτύου των ατελείωτων και δαιδαλωδών πεζοδρόμων, βρίσκεται το εμπορικό κέντρο. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα σε οικίες, εμπορικά και πεζόδρομους ορίζει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στην Πολίχνη μα είναι και ένα γενικότερο μοντέλο κατασκευής μιας βελγικής κωμόπολης. Σπάνια συναντάει κανείς στον κανονιστικό οικιστικό ιστό έναν προφανή ναό (και πολύ λιγότερο, ή και καθόλου, έναν κραυγαλέο ναό) μία εκκλησία, οποιουδήποτε δόγματος. Οι χώροι λατρείας είναι αυστηρά ορισμένοι, δίχως αυλή, περιορισμένοι και σχεδόν απόκρυφοι ενώ ο πραγματισμός του πανεπιστημίου απλώς κλειδώνεται εκτός τους. Εντός του κάμπους βέβαια, σε ότι αφορά στους πιστούς, η πολυπολιτισμικότητα κάνει το θαύμα της. Σε τυχαία σημεία μια έκκεντρης βόλτας μπορείς να συναντήσεις από Κρίσνα ως προτεστάντες και ευαγγελιστές, βουδιστές, μωαμεθανούς και φυσικά Εβραίους. Με την αφορμή αυτή ανακαλώ μια τυχαία, μακρά συζήτηση που είχα, για την προσδοκία της Ανάστασης, τον ρόλο των σκιών και του Παραδείσου, με μια νεαρή Αφρικανή από το πρώην βελγικό Κονγκό μία παραμονή του Χάλοουϊν• συζήτηση που άνοιξε η ίδια, σε ένα παγκάκι έξω από το FNAC, με προφανή στόχο τον προσηλυτισμό μου σε κάποια εκκλησία Ευαγγελιστών. Η πρόσληψη του Παραδείσου εξαρτάται ίσως και από τα φυλετικά χαρακτηριστικά, μού λεει, καθώς περιστρέφει αμήχανα στα χέρια της ένα φυλλάδιο ενημερωτικό• όμως ένας κοινός παράδεισος για όλες τις θρησκείες, θα έμοιαζε ίσως περισσότερο με τον παράδεισο των μουσουλμάνων, όπου οι αναγωγές των απολαύσεων προς τέρψιν της σάρκας είναι περισσότερο κατανοητές αν και καθόλου πνευματικές. Ισχύει όμως εδώ η γνωστή ρήση για το τέλος μιας κουραστικής μερας όπου όλοι θέλουν να χυθούν στον καναπέ και να δουν μια ρομαντικη κωμωδία ενώ θα αφήσουν τον Μπέργκμαν για μια πιο χαλαρή σαββατιάτικη έξοδο. Για μας ο Παράδεισος – παρόλα αυτά – ταυτίζεται με την πνευματικότητα που επιδιώκουμε εν ζωή. Η πίστη μας είναι τυφλή πίστη και μόνο, λέει, δίχως ανταλλάγματα. Δίχως επίσης καμία απολύτως εμπλοκή με τις αποδείξεις, τον ορθό λόγο ή με την επιστήμη. Έχει προφανώς δίκιο. Μόλις πρόσφατα αναγνώρισα κι ο ίδιος την ακρίβεια και την ισχύ αυτού του συλλογισμού καθώς διακρίνει την ερμηνεία του κόσμου σε δύο γνωσιοθεωρίες μεταξύ τους ασύμβατες (σαν δύο ευθείες που δεν είναι παράλληλες αν και δεν τέμνονται) και αποδίδει τα αμφίσημα αξιώματα στην καθεμιά τους κατά το δοκούν. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Η κοπέλα αποφεύγει πάντως την κουβέντα για αφρικανικές δοξασίες, για χθόνιες θεότητες κλπ. με τον προφανή κυριολεκτικό φόβο τής ταύτισής της με την ειδωλολατρεία λόγω φυλής. Είναι άλλωστε σχεδόν διακόσια χρόνια που η απληστία και η μεγαλομανία του Λεοπόλδου τους απομάκρυνε από το γονιδιακό τους αποτύπωμα. Και σχεδόν εκατό χρόνια «ανεξαρτησίας». Έχω διαβάσει φυσικά το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, λέει, όπως και κάθε άλλο βιβλίο του. Η υπέροχη λογοτεχνία σας είναι σχεδόν το ίδιο ενοχική όπως και η Καθολική πίστη. Σκέφτομαι υπομειδιώντας ότι η λογοτεχνία μας δεν έχει καμία σχέση με τον Ζέμπαλντ, ούτε πολύ περισσότερο ο σχεδόν θετικιστικός αγνωστικισμός μου έχει καμία σχέση με την λαχτάρα της αμαρτωλής ψυχής για το καθολικό πουργκατόριο. Όμως μέσα μου καμαρώνω που πέρασε την προφορά μου βαλλόνικη έστω και για λίγο. Σπεύδω να διευκρινίσω την «ταπεινή» μου καταγωγή, καθώς και να φέρω στη συζήτηση τις δικές μου σταθερές: την εκ παραδόσεως εμμονή στην Ορθοδοξία της Ανατολικής εκκλησίας, το Βυζάντιο, μα κυρίως την αρχαιότητα, την Ελευσίνα και φυσικά την Περσεφόνη. Από όλα αυτά ξέρω μόνο την Περσεφόνη, λέει. Και πως το όνομα της έχει να κάνει με το φως. Ο Θεός στη ζωή μας είναι το Φως ενώ ο Σατανάς, το Σκοτάδι. Αυτό πρέπει να αναζητήσω μου λέει, το αιώνιο Φως. Δίχως να την αποπάρω εξηγώ τον μη καρτεσιανό ορθολογισμό μου, την εμμονή μου στην επιστημονική μέθοδο και υπογραμμίζω ότι, μπα, δεν είναι αδέσποτο πνευματικά ετούτο το γέρικο κουτάβι. Έπειτα από ώρα σηκώνεται αρκετά απογοητευμένη που έχει αποτύχει να με πείσει, μα το κρύβει με μια συγκινητική ευγένεια που φανερώνει ένα μεγαλείο και μια ποιότητα. Καθώς το φως υποχωρεί κι ο ήλιος ροδίζει, με καληνυχτίζει κι ανοίγει τα φτερά της μα ο άγγελός της δεν πετά. Αντίθετα, προσγειώνεται πριν καν απογειωθεί, σε ένα κατάστημα με γυναικείες τσάντες προς την έξοδο, του οποίου η βιτρίνα καιροφυλακτεί για τις απερχόμενες πελάτισσες (ακόμη και τις νεαρές αποτυχημένες ιεραποστόλους). Τελικώς απομακρύνεται, αγέρωχη πάνω στους εντυπωσιακούς γλουτιαίους της, με μια καινούργια τσάντα να έχει προστεθεί στο οπλοστάσιό της. Σκέφτομαι πως αν η Περσεφόνη ήταν Αφρικανή θα ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο μονήρης και το ίδιο αγνή, που ο Πλούτωνας θα ήθελε να την κορφολογήσει, αποκλειστικά για την απλότητά και την αθωότητα της, σαν αρπακτικό που προμηθεύεται τα θύματά του, απευθείας από την Πηγή των Παρθένων. Κι έτσι, παρότι ήδη απόγευμα και το τέλος μιας κουραστικής μερας πλησιάζει, κλείνει το χρονικό της αποτυχίας τής θρησκευτικής μου αποπλάνησης, με σκοτεινό Μπέργκμαν στο εμπορικό κέντρο Εσπλανάντ κι όχι με μια φωτεινή ρομαντική κομεντί στον καναπέ μου._

ΚΛ – 06/11/2021 – επιμύθια για τις ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – Η Πηγή των Παρθένων

οι αδέσποτοι εαυτοί

Κάθε νύχτα ταξιδεύει με ένα Ιλιούσιν της Αεροφλότ
προς το φωσφορίζον Κίεβο
κι όπως αντικατοπτρίζεται η εικόνα του στο τζάμι
βλέπει την ζωή του σαν μια κουκίδα από φως που έπαψε να υπάρχει ξαφνικά
όπως παύει η ανάσα ενός άστρου.
Κάθε νύχτα.
Όμως τον Δεκέμβρη του 2018 τη μέρα του Sinterklaas
και καθώς χωνεύει η ομίχλη
τα ρουθουνίσματα των ταράνδων
βρίσκεται σε ένα ατμόπλοιο στην Ες συρ Αλζέτ
σχεδόν έτοιμος να συγκρουστεί
με το Μποκ που ξεφυτρώνει από τα νερά
σαν ένα ακόμη μυθικό Άβαλον.
Έπειτα γίνεται διαυγής και μαύρος κι αχνιστός
φέρει δίκανο απασφαλισμένο
καθώς διασχίζει
το μονοπάτι του Λιανού προς την Τσόκα
κι όταν συναντιέται με τους Αδέσποτους Εαυτούς
τους σκοτώνει έναν προς ένα
ελπίζοντας να σκοντάψει προτού διασταυρωθεί με τα ζαρκάδια•
στον ύπνο του γυρίζει και χαϊδεύει το κορίτσι
που τον κρατάει τρυφερά απ’ τις μασχάλες
σα μετάλλιο
την κοπέλα αυτή δεν θα τη μνημονεύσει όταν αναπαυθεί
όπως δεν μνημόνευσε τη μάνα του
και τις εαρινές του ερωμένες.
Ξανά οι αδέσποτοι εαυτοί τον τριγυρίζουν
εκτοπλάσματα
ένα παπαδάκι
μια ορντινάτσα του διοικητή
ένας ποιητής με ακανόνιστη γενειάδα και γλειμμένο κρανίο
δηλαδή ένας θλιβερός άνδρας που αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ’ τον έρωτα•
πισωγυρίζει στον κέδρο που μεγαλώνει σαράντα δυο χρόνια αφόρητα γαλάζιος
πάνω από μια κουτσουπιά και του σκουπίζει τα δάκρυα,
έπειτα προσπαθεί να αναγνωρίσει ετούτη την παραβολή:
μια παντιέρα που ανεμίζει προς στα αριστερά
όμοια λευκό κοράκι αποχρωματισμένο•
μα εκεί που το ταξίδι γίνεται ένα vanishing point τη χάνει απόλυτα
καθώς είναι το ταξίδι του
αυτό που είναι
κι ό,τι απέμεινε απ’ εκείνο το είναι•
Έπειτα βήχει δίχως αιτία αφού
πάνε είκοσι χρόνια που έχει κόψει το τσιγάρο•
αλλά και το τσιγάρο ήταν μια κάποια λύσις.


ΚΛ – 10/10/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Φωτό: Άγριες Φράουλες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1957)

Ο ΝΤΕΛΒΩ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΟΥΤΡΕΧΤΗΣ

Όλα τα χέρια που απλωθήκαν
προς το καλβαίρ του μαρτυρίου,
τα χέρια της που μεγαλώναν στο νερό
μα εκπυρσοκροτούσαν
καταμεσής του πλήθους,
τα χέρια πένθη
μα και τα χέρια λωτοί,
                κάποτε την εγκατέλειψαν·
κι ενώ ξεχνώ πια το όνομα της
το χρώμα της στάχτης της
ή μιας κορδέλας που φορούσε στα μαλλιά,
τα μάτια της ακόμη αναδρομούν σχεδόν λευκά
από βαγόνι σε βαγόνι
στο δρομολόγιο Άμστερνταμ – Ουτρέχτη.
Όταν την επισκέπτομαι, απόγευμα Σαββάτου,
η κουκέτα της είναι ένα καταφύγιο των πουλιών και τα χέρια επιστρέφουν γονατίζοντας
βυθισμένα στην εικόνα με το πεθαμένο σκίαστρο
όπως σ’ εκείνο το δεκεμβριάτικο ταξίδι μας
που διασχίζαμε τη Φλάνδρα μ’ ένα φανάρι θυέλλης
κι οι ράγες ακούγονταν να σκληρίζουν
σα χοίροι προς σφαγή σ’ ένα χοιροτροφείο της αλαργινής Αδελαΐδας. 
«-Θα σε έχω φανάρι μου,» της είχα πει,
«όσο κι αν σκοντάφτω,
στις εκβολές των ανθρώπων
και στα οικονομικά τους ισοζύγια•»
στο τρένο
όλα τα χέρια του Ντελβώ θροΐζαν ταυτοχρόνως
μα απ’ έξω ο άνεμος σιωπούσε,
σαν κάποιος φίλος από χρόνια πια νεκρός._


ΚΛ- 18/09/2021

Πίνακας Paul Delveaux – Les Ombres, 1965, 125 × 231 cm – λάδι σε καμβά

δεύτερη θεωρία των ορμών

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα έστρεφε πάνω κάτω πάνω κάτω
σατανιστικά

σκέφτηκε
αν τώρα πέθαινα
θα ήθελα το χώμα να αντικρίζω
ώστε να προλάβουμε να γνωριστούμε
πριν απ’ την τελετή._

ΚΛ – 08/07/2021

photo
Friedrich Seidenstücker (German, 1882-1966)
Konzentration vor dem Abschuß des Pfeils (Concentration before the arrow is fired)
1932

Malgré Nous*


Στάζει ο χρόνος απ’ τα σπίτια
ερήμην μας
μπαλκόνια εκτείνονται προς τα έγκατα
οι σκάλες μόνο κατεβαίνουν
οι νεκροί μας, χθεσινοί κι αυριανοί, αναμειγνύονται•
τα παιδιά μας γεννάν εγγόνια
αμέσως μόλις γυρνούν απ’ τα φροντιστήρια•

όπως ξημερώνει
ανάβω ένα φως στο χολ και υποκρίνομαι κάποιο κελάηδισμα
κι ας μιλούσαμε όλη νύχτα με τη σιωπή•
τα μάτια μας μεγαλώνουν
όπως αφρίζουν τα μάτια ενός μάνγκα
λες και το Tokyo Story**
με γυάλινες μαριονέτες ξαναγυρίζεται•
κι ακούω•
τον σκύλο της άνοιξης που με τα δόντια σπάει τους πάγους
την εικόνα σου που κυλίεται αντί να ολισθαίνει
ένα χάδι που ξεστράτισε από το αυτί
και κατακρημνίστηκε
μια ρώγα που απ’ τον κόρφο της
θηλάζω ακόμη νιάτα•

αρκούν αυτά
για να ξαναγεννηθούμε;

ΚΛ – 29/01/2021

* ο τίτλος παραπέμπει έμμεσα στο πεζογράφημα Άθελά μας της Ελένης Μπουκαούρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2020 του οποίου την κεντρική ιδέα, παρότι δηλώνεται εντός διαφορετικού εντελώς πλαισίου, τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική μιας μοιρολατρικής θεώρησης του βίου απέναντι στην πλημμυρίδα του χρόνου και την οργάνωση των δομών με όρους εξουσίας. Σπουδαίο μυθιστόρημα, αφορμή προς την ποίηση, το συστήνω σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτα.

** Tokyo Story (1953) ταινία του Γιασουχίρο Όζου

photo: Harry Croner (German, 1903-1992)


The inhabitants of the district discover the fate of their now captive neighbours and the unusual emotion that reigns around the Japy gymnasium

May 14, 1941

το σύκο δεν είναι καρπός

Όλα δουλεύουν ερήμην μας (σαν τρένα χωρίς μηχανοδηγό) ενώ αέναα παραλλάσσει η συνείδηση από κάμπια σε χρυσαλίδα κι αντιστρόφως. Είναι ένας δαίμονας ο χρόνος που περνά μα η επανάληψη είναι το ξόρκι του κι η προσευχή του. Όταν στον δαίμονα υποκύψεις την ανάσα του στον σβέρκο σου καλωσορίζεις καθώς κι ένα τρέμουλο στα δάχτυλα που μετρούν στον καρπό σου τους σφυγμούς. Αυτός ο ρυθμός είναι η ζωή σου.


Δες το κορίτσι γεμάτο λουλούδια που, σαν ανθοδοχείο, στα πόδια της ευωδιάζει· ένα ποτάμι αναβλύζει απ’ το αιδοίο της γυάλινο κι αιχμηρό. Τα σφυρά της φυλακίζουν ένα Πι κυρτό σαν την Παναγιά του Πάνορμου. Το σύκο της αμβλύνεται (τη σφήκα να ζαλώσει.) Χρόνια μετά ένα δροσερό της ανάλογο στη Ναμύρ της Βαλλωνίας πετάει από τις όχθες προς μια ποταμίσια υδροφόρα κι απάγεται αντίστοιχα από την αρπάγη του απορριματοφόρου καθώς ένας τελωνειακός, που μιλούσε μόνος του, βαδίζει πάνω στο πετρέλαιο σαν Ιησούς των Αράβων. Οι συκιές της οχύρωσης γεμίζουν κι αυτές με μεταβολισμένες σφήκες που διαλύονται στα ένζυμα των λουλουδιών τους. Το κορίτσι επικαλείται μία δίδυμή της ενώ τα μάτια της ξεχώριζουν απ’ το κορμί κι η ίδια η ροή της την ξεπλένει απ’ την καταραμένη στάχτη. Μία πεταλούδα που πασχίζει να επαναληφθεί πεθαίνει απλώς μές στη χρυσόσκονή της ματαιωμένη. Οι δικές της δίδυμες έρχονται προς το τέλος επιταχύνοντας γεμάτες φως να ξαναδηλωθούν και ως υπάρξεις και ως ονόματα. Το κορίτσι δίχως μάτια σφαγιάζει ένα σύκο κι αποκαλύπτει το κουφάρι της σφήκας που αστράφτει μες στη σάρκα του. Από την αποβάθρα διαχέεται του φθινοπώρου το ποίημα που έχει πια ασπρίσει._

ΚΛ – 24/10/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo – Namur citadelle – ΚΛ – 2018

οξείδωση – τρεις ορισμοί

Η σκουριά μαδάει τα σεντόνια•

Τα μύδια που ζουν μια Πλειστόκαινο
σε ένα αστικό λεωφορείο
μυρίζουν
τη θάλασσα που μεταφέρουν
τις αποικίες στη Νέα Πέραμο
ένα κορίτσι που ίδρωσε για πρώτη φορά

το κορμί της έπειτα από χρόνια
προτού τη νεκροπλύνουν

ένας διάδρομος φορτοεκφόρτωσης
λαμαρίνα στραντζαριστή
εργατάκια
παλιοπάπουτσα στραβοπατημένα
λίπος πηχτό
που κολλούσε στη θάλασσα
αδένες ελαφιού
σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
όπως σπρώχναμε τη ζωή
όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι

τώρα που περνάω απ’ τη μαρίνα
βλέπω
πριν να ανέβουν στο ντεκ
βγάζουν τα λόουφερς

ο Θόδωρος καθώς έβηχε με τα Όσκαρ
έλεγε για τη μάνα του
που την είχε δαγκώσει ένα μουλάρι
όταν ήταν έγκυος στη Μυρτώ,
μόλις που είχαν δώσει τον μικρό για παραπαίδι•
σχεδόν μεσήλικες
εργάτες γης
δίχως στον ήλιο μοίρα

η μάνα του
ακόμη
βγαίνει μέσα από τα χέρια του
τις νύχτες
και τον χτενίζει

ξημερώνει
τρύγος και πουλί
και στα πεύκα σφίγγει το ρετσίνι•

μέχρι να βρεθούμε

μεγαλώνουμε ανάποδα
σαν σταγόνες
που ανεβαίνουν
και με την τριβή
ξεφορτωνονται το νέφτι τους._

ΚΛ – 16/10/2020

photo:John Degotardi Jr. (Australian, 1860-1937)
NSW Department of Public Works photographer
179. Clearing the rubbish at Smith’s Wharf
1900
From Vol. III of Views taken during cleansing operations. Quarantine areas, Sydney, 1900
Gelatin silver print
New South Wales State Archives & Records NRS-12487 Photographs taken during cleansing operations in quarantine areas, Sydney
Public domain