στην αιχμή των φωνηέντων

Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική, ούτε μόνο χρονική,
μια διάσταση αθωότητας που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα,
και καταπίνει τα φωνήεντα
σα λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος/
εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπύρα/
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί,
κι απ’ το αμπέχωνο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα,
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα/
το πως έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά,
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν,
ακούγοντάς τον,
εκστασιασμένα/
το πως ο πατέρας
συγκατάνευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη/
και τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποιά γλώσσα;/
δεν είχα ακόμη καταλάβει,
πως στην αιχμή των φωνηέντων,
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί,
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα του._
ΚΛ 20/02/2018

Advertisements

η απόγνωση των ποιητών

Κάθε ποίημα που πλαγιάζει
στα τεθλασμένα παράσιτα της μπάντας των βραχέων,
έχει σε κάποια του στιγμή ονειρευτεί,
τη συμφωνική της Βουδαπέστης,
το Liebestraum
απ’ τον Αρθούρο Ρούμπινστάιν
ή τα ρώσικα Ότσι Τσόρνιε,
και τη βουβή φωταύγεια
της
ακτινοβολίας Τσερένκοφ/
έπειτα
πώς ξάφνου μεγαλώνει,
κι από ένας ψίθυρος
γίνεται κλαγγή,
ή
ένα πουλί μεταλλικό
που ασημολάμνει
ακραιφνώς
στην ερημιά των άστρων/

Κι όλο τρέμει,
πως αν δε βρεθεί ο ποιητής να το ματίσει απόγνωση
θα παραμένει,
ένα κούφιο ανδράποδο που κινεί σπασμωδικά
χέρια και πόδια/
ο τράγος στη θέση της Ιφιγένειας εν Αυλίδι,
ενώ η ουσία της θα χειμάζεται εν Ταύροις/

Αστείο,
που φαίνεται να τους έχουμε ανάγκη
τους σύγχρονους ποιητές,
κι ας λένε πχ. Μεγάλη Έκρηξη
όπως ο Καραγάτσης θα έλεγε
Μεγάλη Χίμαιρα/

Άγνωστο άλλωστε, το πόσο θα αλητέψει
κάθε γενιά ποιητών,
στις γνωστικές αλάνες της μεταεφηβείας της,

άγνωστο κι αν υφίστανται πια τέτοιες αλάνες/

Καλύτερα, θα έλεγα,
τα ποιήματα,
να γράφονται απευθείας
απάνω στις κραυγές/

κι ας μη φέρουν
την απόγνωση των ποιητάδων τους/

Θα φέρουν τότε,
ίσα ίσα, την απόγνωση
ολόκληρου του κόσμου τούτου/

ΚΛ – 07/02/2018

photo: Grupo Escombros (Argentine, active since 1988)
Mariposas (Butterflies)
1988
Pancartas (Signs) series
Chromogenic print (printed in monochrome) mounted on wood
40 × 60 cm (15 ¾ × 23 5/8 in.)
Courtesy of the artists and WALDEN, Buenos Aires
© Grupo Escombros / WALDEN

τα κορίτσια

Δεν εκχωρείται η αθωότητα,
ούτε και η μακρινή μας – πλέον- εφηβεία εκχωρείται,
τα στριμωξίδια γύρω απ’ τα κορίτσια
των μεθυσμένων μας λυγμών
ή οι άσφαιρες βόλτες έξω από τα σπίτια τους,
για εμάς τους ξελιγωμένους κορμοράνους/
όσα τσιτάτα αποστηθίζαμε,
από καταραμένους ποιητές
κι ακόμη κι αυτά τα ίδια τ’ όνοματά τους,
με τα τρυφερά τους σύμφωνα,
που τώρα μου διαφεύγουν
λεπτομερώς,
μα υπήρξε ένας καιρός που τα απήγγειλα με ευλάβεια,
δεν εκχωρούνται επίσης/
κι ενώ τα κεριά μας λιγοστεύουν σταθερά προς
την απογευματινή τους
αγρανάπαυση,
ένας μολυβένιος ουρανός που απομακρύνεται ενοχικά
από τις πρώτες μας αρνήσεις,
έρχεται πια συχνά και ξαναγεύεται,
μια τζούρα από τσιγάρο Όσκαρ στο χρυσοπόρφυρο πακέτο
ή
το μελένιο πάνω χείλος της,
στο πίσω υπόστεγο
με τη βροχή,
όπου μεγάλωνε στη λάσπη εκείνο το μοναχικό γαρύφαλλο,
και τα φαντάσματα των πωλητών της λαϊκής,
άλλαζαν ρούχα πριν αντικρύσουν τη νύχτα της Δευτέρας._
ΚΛ – 24/01/2018

photo: Clarence H. White (American, 1871-1925)
The Ring Toss
1899
Palladium print

γράμματα σε ένα νέο ποιητή

Ανοίγω τον άνθρωπο στην ερημιά,
κι από τις ρηχές ρωγμές του,
φεύγουν ελάφια και λυγμοί και σύθαμπα,
μα ούτε μια λέξη/
κι ο ξοδεμένος έρωτας στουμπώνει τις πληγές του
και κάποιες νύχτες με στυφή πανσέληνο,
όλα τα ράμματα τ’ αλλάζει
σε γαλάζιο φως/
σ’ αυτό το φως θα μαρτυρήσει,
πλάι στα «Γράμματα σε έναν Νέο Ποιητή»,
που του είχε δωρίσει εκείνη η φιλόλογος
με τα ελαφίσια μάτια.
Με τους θερμούς επαίνους της,
τις συμβουλές,
την προτροπή της προς την ποίηση/
κι ας γύρευε αυτός
μόνο τα μάτια της
ή έστω να σφαλίσει για πάντα μέσα του,
τα ελάφια των ματιών της/
ο έρωτας βρίσκει τα αγόρια,
πολύ πριν να προλάβουν,
να γίνουν νέοι ποιητές._
ΚΛ – 14/01/2018

photo: Hugo Erfurth (Dresden)
Clotilde von Derp-Sacharoff
From Der Kunstlerische Tanz Unserer Zeit [The Artistic Dance of Our Time] p. 23
Published 1928

δυο τουλάχιστον σύμπαντα

Πόσο παράδοξος βιώνεται
ένας αλλότριος θάνατος,
όταν στερεύουν πια τα δάκρυα
δίχως να φυτρώνουν αντίστοιχες
πολεμίστρες
κι οι άνθρωποι
που θα έπρεπε να είναι
ο καθένας το δικό του φως,
σκουπίζουν την αλισάχνη των γονιών τους
απ’ το πρόσωπο,
διατηρώντας αναπόφευκτα στις μασχάλες τους,
ένα δροσερό ενύπνιο
με τους πριγκηπικούς εαυτούς τους/
Μονάχα που και που
κάποιοι απ’ αυτούς
βγαίνουν από την πόρτα τους
Χριστούγεννα,
μ’ ένα πιατάκι με σπασμένα ποιήματα
για τους μοναχικούς λύκους/

Υπάρχουν άλλωστε, τουλάχιστον δυο σύμπαντα:
ένα, που συγκολλά τα ποιήματα αυτά
κι άλλο ένα
εκείνο που δημοπρατεί
τα σπίτια των γερόντων/

Το άπειρο ή πεπερασμένο πλήθος των συμπάντων
που ενδιαμέσως διαβιοί,
ως θεωρία θαρραλέα
ακόμη ελέγχεται._
ΚΛ -19/12/2017

photo: Lyonel Feininger 
American, 1871–1956
Untitled [Street Scene, Double Exposure, Halle]
1929-1930
Gelatin silver print
Image: 17.8 x 23.7 cm (7 x 9 5/16 in.)
Gift of T. Lux Feininger, Houghton Library, Harvard University
© Artists Rights Society (ARS), New York / VG Bild-Kunst, Bonn

ψευδομάρτυρας

Τις νύχτες
στηλιτεύω τη βύθιση του χρόνου με ένα χάλκινο βυθόμετρο
έπειτα ξεκουράζομαι στα αγκάθια του,
κι ας αιμορραγώ/
Ο χρόνος δεν έχει χέρια
κι όταν ανακρίνεται,
διστάζει πάντα
-ως ψευδομάρτυρας-
να πάρει το μέρος μου/
Για αυτό
όσο κι αν τους περιμένω,
στο τέλος οι επισκέψεις τους είναι βουβές,
ή όταν μιλούν,
ακούγεται το τρέξιμο των φαύνων στα υγρά φύλλα
και μια μεθυσμένη πεταλούδα
αναρχοπατεί
με γόβες
τη στιγμή της στέψης της.
Ξέρω,
οι νύχτες τους, φυτρώνουν μες στις σκοτεινές ιτιές
και στα αγριοκυπάρισσα
-μια καθ’ ύψος ανάπτυξη
πικρή,
σαν αφηρημένο χάδι-
μα το πέρας τους είναι ένα όριο
που δε σέβεται τη λήθη:
αραδιάζει φλύαρα τα άστρα
στα άκρα της συγκίνησης/
Οι αγκαλιές τους που βαθύνονται,
-ανήμπορες παρόλα αυτά-
θα χαθούν με το πρώτο φως
σαν έκπληκτα ποντίκια._
ΚΛ – 27/11/2017
photo: Walker Evans – West Virginia Living Room, 1935

των κεκοιμημένων

(ελάχιστη παρηγορία για τον κατακλυσμό)

Ακόμη κι η βροχή, είναι ένα πέπλο ωραιότητας/
οδηγεί τις ανέστιες συνιστώσες σας
προς μιαν αδύναμη κορύφωση,
προς τα Aνθεστήρια*
της νεότητας,
όπου η ψίχα σας είναι ακόμη λευκή,
υπό το βάρος του ατέρμονος χρόνου/
ίσως η εκβολή της
-που σας άρπαξε ζεστούς, γεμάτους όνειρα –
να μην ήταν παρά ένα κρυστάλλινο σύννεφο,
που δακρύζει το φως του προς τα μέσα,
κι όλη εκείνη η λάσπη,
να ήταν απλώς,
ένα λάθος του ζωγράφου/
όπως κάποτε η Μπέρτ Μοριζό,
χρειάστηκε να περιφρονήσει τις ώχρες για το φανταχτερό βιρίντιαν,
όμως εκείνες επίμονες επέστρεφαν,
σαν να ήθελε η ίδια η γη να τις ξεβράσει/
παρόλα αυτά, τέτοιες ψυχές,
σφραγισμένες στο χώμα τους,
δεν παραδίδονται εύκολα
δίχως μάχη._
ΚΛ – 23/11/2017

* Μεγάλη Αρχαία Ελληνική ετήσια εορτή προς τιμήν του Θεού Διονύσου, τελούμενη στην Αττική και σε πολλές Ιωνικές πόλεις. Τα Ανθεστήρια φέρονται επίσης με τη γενικότερη ονομασία «Διονύσια». Την τρίτη και τελευταία ημέρα των Ανθεστηρίων, εορτάζονταν τα Υδροφόρια, ένα επετειακό μνημόσυνο για τα θύματα του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνα.

εικόνα: Paysage à Gennevilliers, 1875 – Berthe Morisot

των άχρονων πόλεων/ per aspera ad astra

Όπως μετράω με τις λέξεις το διάφανο στερέωμα,
κι ένα χρυσό κολεόπτερο αναδιατάσσει τα άστρα,
η Ιαλυσός ξημερώνει στη βροχή,
και τα όμβρια συλλέγονται
σε εκατό πηγάδια,
στο μέλαν κτήμα/
Αθέατη σαρώνει,
-ένα φάντασμα-
τα ματωμένα σάβανα των Σεφαραδιτών,
η μεσοσπορίτισσα,
ενώ στο Ιάσιο ένας έφηβος με σκάρτο ημιμύστακα,
συναντά τον γέροντα εαυτό του,
έξω απ’ το κρατικό τυπογραφείο
όπου τυπώνεται
ο Χάρτης του Αγώνος.
Τη στιγμή της ύστατης ανάσας,
η ζωή του εσωρήγνυται,
καθώς
μολις αντίκρυσε το πέρας του κύκλου/
Όλα τα μυρμήγκια της Μοσούλης
προσκυνούν ταυτόχρονα,
προς τη Μέκκα των μυρμηγκιών,
την ώρα που ξυπνάει ο ήλιος στην Πιονγιάνγκ/
Κι όπου στην πλάση κι αν ενδυμούν ερωτιδείς ναυτίλοι,
αναβοσβήνουν στα σπλάχνα τους
σπειροειδείς,
οι αρμονίες του φ.
Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται
σαν μια ξινή φέτα λεμόνι/
Τέτοια είναι η δίψα για τη γεύση της,
που δεν μας κοστίζει σε τίποτα να καταπιούμε
πως
-στο άχρονο και βουβό άπαν-
αεί
Ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί/
Αρκεί να μην ασχοληθούμε,
περαιτέρω/
ΚΛ – 10/11/2017

image: The Ancient of Days (1794)
Watercolor etching by William Blake

ονειροπόληση

Χωράει ενίοτε και κάποια
ονειροπόληση,
όσο κι αν η φτώχεια
μάς μοιάζει αμετάκλητη,
με ρούχα
που μυρίζουν ασπρόξυλα
και φτηνό κρασί/
Πίσω απ’ τα ματόκλαδα των κοριτσιών
που ανοιγοκλείνουν αμήχανα,
ή μέσα σε τούτο το πρωί που μεγαλύνεται,
καθώς το καλοκαίρι
γλιστράει από κάτω μας
σαν βαριά μολυβένια μπάλα,
και συνθλίβει όλους
τους χειμώνες.
Χωράει ακομη και η ευωδιά
των ασπαλάθων,
και το αναιδές τους κίτρινο
αν έστω για μια στιγμή υποδυθούν,
τα χρυσάνθεμα των σκουπιδιών/
Μια άγκυρα επιβίωσης,
αυτή η διαρκής ακυρωτική συνθήκη
του ενεστώτα χρόνου/
ΚΛ – 08/11/2017

photo: Bill Culbert
Small glass pouring Light, France
1997
Silver gelatin print, edition of 25
40.5 × 40.5 cm
Courtesy the artist and Roslyn Oxley9 Gallery, Sydney and Hopkinson Mossman Gallery, Auckland

εγκιβωτισμός XVII/ η αναγκαιότητα της έκτασης

Ενώ η πόλη εξαφανίζεται σα μια σταγόνα οινοπνεύματος που στεγνώνει στον ήλιο, τα δέντρα του αυλόγυρου – φτελιές και κουμαριές, κλαίουσες, ευκάλυπτοι και εκατοντάδες πεύκα – συνεχίζουν να τεντώνονται. Αμυδρά ακούγονται οι ρίζες τους που μηχανοδηγούν τους κορμούς, κι οι προστριβές τους με την υγρασία, όπως σπιθίζουν άτακτες στα παρτέρια, σχεδόν οπτικοποιούνται. Για τούτο το μέρος, τα δέντρα είναι άνθρωποι, κι οι άνθρωποι – όσο κι αν καθηλωμένοι- υπάρχουν εκτατικά (και επεκτατικά) και ως προς τον χώρο και ως προς το χρόνο. Για αυτό κι όταν τιμωρούνται απ’ τις δομές, περιορίζονται στο χώρο (ενώ ο χρόνος συχνά, τους αφαιρείται εντελώς). Αυτή η εκτατική στέρηση, που υφίσταται αυτοδύναμη – είτε ως πράξη, είτε ως απειλή – και που αυτονόητα, καθόλου δεν σωφρονεί, πάρα διαβρώνει την αρχιτεκτονική, τη φόρμα, την υφή και την ουσία μας, θυμίζει τα μεταλλικά προπλάσματα που επέβαλαν στις εκπαιδευόμενες γκέισες – μάικο, από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να εμποδιστεί η ανάπτυξη των πελμάτων τους και να διατηρηθούν λωτόσχημα και μικροσκοπικά. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πέλμα σα φουχτίτσα μωρού παιδιού για κάθε πόδι που χωρούσε μια χαρά στα κομψά ξυλοπάπουτσα (και αφόρητοι ισόβιοι πόνοι.) Λίγα πράγματα – ακόμη και στην ίδια την φύση, που είναι αυθύπαρκτα σκληρή – μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμα μιας τέτοιας στρέβλωσης. Έτσι, ακόμη και με την αρνητική ισχύ της διάψευσης – που θα ’λεγε κι ο Πόπερ – προκύπτει και πάλι το προφανές: η ελευθερία είναι μια έννοια ταυτοτική της έκτασης… Δίχως έκταση, δίχως χρόνο, δίχως λίγο ουρανό, σας βλέπω κι εγώ που επισκέπτεστε με περιοδικότητα φίλους και συγγενείς, και η κίνησή σας με υπνωτίζει. Σας θεωρώ ελεύθερα δέντρα, δρομείς. Θέλω να ταξιδέψω μαζί σας, να εκτιναχτώ, ένα κυπαρίσσι με ρίζες αντιβαρύτητας. Το ίδιο ζηλεύω τα τρέιλερ των νοσοκόμων με τα εργαλεία που πάνε κι έρχονται, τα λουλούδια και τα σοκολατάκια που αλλάζουν χέρια, κάτι βυσσινάδες που μεταφέρουν σε πλαστικές σακούλες σουπερμάρκετ οι γηραιότεροι, ενώ τα μάγουλα αναψοκοκκινίζουν και τα χαμόγελα ταξιδεύουν αλληλοδραστικά πάνω στα δάκρυα, από πρόσωπο σε πρόσωπο. Ακόμη και η ροή των υγρών μέσα στις σύριγγες, άλλοτε προς τον απελεύθερο αέρα κι άλλοτε προς εκείνο το γουστόζικο γλουτιαίο μυ, γίνεται μια ακόμη ηδεία απόδραση. Ο χώρος τα δέχεται όλα και τα καταπίνει ή τα αναπαράγει, ο χώρος γεννά την ελευθερία που υπόσχεται… Δεν μου απομένουν παρά λίγες μέρες σε τούτο το καθεστώς. Γι’ αυτό δε θα μακρηγορήσω. Με νύχια και με δόντια θα πρέπει να διεκδικήσουμε το χώρο μας. Γέρικα δέντρα όπως καταλήξαμε κι ακίνητα, ας διατάξουμε τουλάχιστον τις ρίζες μας ώστε να αναζητούν όλο και πιο μακριά, το αφράτο χώμα._

ΚΛ – 02/11/2017 – XVII. η αναγκαιότητα της έκτασης/ εγκιβωτισμοί

photo: Alfred Stieglitz (American, 1864-1946)
Georgia O’Keeffe: A Portrait (9)
probably around 1921
Photograph, gelatin silver print
Gift of Alfred Stieglitz
Photograph: © Museum of Fine Arts, Boston