Routes / I – a road to the forest

 

01_caponigro_avebury-web

a

Starting by hands and counting /

all the way to the liver /

all edgy corners been baptized by the sun/

all corny edges named by anti-seed/

this solitary status /

unique, in its substance

as a virgin mother of light /

stays still and passive/

incompletely divided/

b

this dark shade /

as the intangible tread /

with hypoxic screams and fumes and shawls/

thrives all along my spine/

but I quit/

the death of orgasms, after all,

is it not their pure realization ?

c

from lively nipple up to suspension

-where my lucid soul

re-diffracts-

I’m getting focused/

but my mirror is such a poor case:

there is n’t anything there

to reflect

d

by punctuation up to the time ribbon/

ports, any given second-dream

shrilles/

to inter-shape/

but that’s in vain/

I did not peek any side at all /

neither when we arrived the cedar trees

nor even the baobabs /

photo:  Paul Caponigro (b. 1932), ‘Avebury, Wiltshire, England’ 1967

Advertisements

‘Προσευχή, σπασμένη’ – Joseph Lease

20140704-080324-29004846.jpg

1
Μια κηλίδα από ξεθωριασμένη καταιγίδα ανάβει μες στο χέρι μου-
Κι αν φώναξα,
Ποιος ανάμεσα στις τάξεις των Αγγέλων θα με
Χαστουκίσει, ποιος θα κλέψει
Τα λεφτά για το γεύμα μου, θα με γκρεμο
Τσακίσει- ιστιοφόρα αγκυροβολημένα
Στο λιμάνι, δέντρα στον μακρύ
Κυματοθραύστη, πορτοκαλιά λάμψη
Του απογεύματος τέλος Ιούλη- Δεν μπορώ να πάψω
Να ποθώ τη φωνή που θα ‘ρθει –
2
Ο Σάιμον λέει, βάλε τα χέρια σου στο κεφάλι, ο Σάιμον λέει, βάλε
Το δάχτυλο στη μύτη σου, ο Σάιμον λέει πω δεν έχεις κάνει αρκετά,
ο Σάιμον λέει πως δε νοιάζεσαι αρκετά, ο Σάιμον λέει, δεν μπορείς να πάψεις
να νοιάζεσαι-
Ω κοιτάξου επιτέλους- ακόμη μια φορά είσαι μια
μηχανή φτιαγμένη από λέξεις, ακόμη μια φορά είσαι
ένας θάνατος, μια αποτυχία, οι αντιδράσεις σου μεγαλείο και βρωμιά
και τις θέλεις πιο μεγαλειώδεις κι ακόμη πιο
βρώμικες-
3
για να δώσεις στην καταιγίδα
σπίτι κι ένα όνομα,
κι ο μικρός άνεμος να φέρει
τη βροχή – ηχώ και
παράθυρο, εαυτός και εαυτοί,
κάθε μέρα ξεσκίζει τον αέρα σε
κομμάτια – κι ο μικρός άνεμος φέρνει
τη βροχή – ήσουν – εκείνος
ο καθρέφτης σε ταΐζει
ξανά – όταν η σελήνη ανατέλλει,
τα μαύρα μούρα
έχουν γεύση από ουίσκι, τα κομμάτια
του καθρέφτη
σαρώνουν μπλε άνεμος-

(απόδοση Κ. Λουκόπουλος)

1
a stain of faded storm light in my hand—
If I cried out,
Who among the angelic orders would
Slap my face, who would steal my
Lunch money, knock me
Down—sailboats moored
In harbor, trees on the long
Breakwater, orange shimmer
Of late July evening—I can’t stop
Wanting the voice that will come—

2
Simon says, put your hands on your head, Simon says, put
your finger on your nose, Simon says you haven’t done enough,
Simon says you don’t care enough, Simon says, you can’t stop
caring—
Oh look at you—once again you’re a
machine made of words, once again you’re
a death, a failure, your responses always too big and dirty
and you want them to get bigger and
dirtier—

3
to give
the storm a local
habitation and a name,
and small wind bring
down rain—echo and
window, self and all selves,
each day tears the air to
bits—and small wind bring
down rain—were you—did
that mirror, again, feed
you—when the moon rises,
black plums
taste like whisky, pieces
of mirror
sweep blue wind—

‘Prayer, Broken Off’ by Joseph Lease (thnx to Masha Calloway)

photo: Garry Winogrand
Park Avenue, New York
1959
Gelatin silver print
Framed: 40.64 50.8 cm (16 20 in.)
National Gallery of Art, Patrons’ Permanent Fund
© The Estate of Garry Winogrand, courtesy Fraenkel Gallery, San Francisco

“Παραμονή Χριστουγέννων” της Anne Sexton

the-nativity-1800

Ώ αιχμηρό διαμάντι, μητέρα μου!
Δε θα μπορούσα να μετρήσω το κόστος,
όλων των εκφράσεών σου, όλων των διαθέσεων-
που απεικονίζουν την ήττα μου.
Γλυκό κορίτσι, νεκροκρέβατό μου,
κοσμηματοδάχτυλη αρχόντισσά μου,
το πορτραίτο σου τρεμόσβηνε όλη νύχτα,
πλάι στα λαμπιόνια του δέντρου.

Το πρόσωπό σου τόσο ήρεμο όπως το φεγγάρι πάνω σε μια γαλήνια θάλασσα,
προκαθήμενη στην οικογενειακή συγκέντρωση,
τα δώδεκα εγγόνια που συνήθιζες να φοράς στον καρπό σου,
ένα μωρό τριών μηνών,
μια παχυλή επιταγή που ποτέ δεν έγραψες,
η κοκκινομάλλα που χόρευε μπουσουλώντας τουίστ,
οι ηλικιωμένες κόρες σου, κάθε μια τους μια σύζυγος,
κάθε μια τους μιλώντας στον οικογενειακό μάγειρα,
κάθε μια τους αποφεύγοντας το πορτραίτο σου,
κάθε μια τους πηθικίζοντας τη ζωή σου.

Αργότερα, μετά το πάρτι,
αφού το σπίτι πήγε για ύπνο,
έκατσα πίνοντας το Χριστουγεννιάτικο μπράντι,
κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου,
εστιάζοντας μέσα κι έξω στο δέντρο.
Τα λαμπιόνια πάλλονταν.
´Εφτιαχναν ένα φωτοστέφανο πάνω απ´το μέτωπό σου.
Έπειτα γίνονταν μια κυψέλη,
μπλε, κίτρινη, πράσινη, κόκκινη·
κάθε μια με το χυμό της, κάθε μια θελκτική και ζωντανή, 
κεντρίζοντας το πρόσωπό σου. Αλλά εσύ δεν κουνιόσουν.
Συνέχισα να παρακολουθώ εξαναγκάζοντας τον εαυτό μου,
περιμένοντας, ανεξάντλητη, τριάντα πέντε.

Ήθελα τα μάτια σου,όπως οι σκιές δυο μικρών πουλιών, να αλλάξουν.
Αλλά δεν γερνούσαν.
Το χαμόγελο που με τραβούσε όλο πονηριά,
όλο γοητεία, ήταν ακαταμάχητο.
Ώρα την ώρα κοιτούσα στο πρόσωπό σου,
αλλά δεν μπορούσα να το ξεριζώσω.
Μετά χάζευα πως ο ήλιος φώτιζε το κόκκινο μπλουζάκι σου, το ρυτιδωμένο σου λαιμό,
το κακοβαμμένο ροζ-της-σάρκας δέρμα σου.
Εσένα που με έσερνες από τη μύτη,σε είδα όπως πράγματι είσαι.
Έπειτα σκέφτηκα το κορμί σου
όπως κάποιος σκέφτεται το φόνο-

Μετά είπα Μαίρη-
Μαίρη, Μαίρη, συγχώρεσέ με
κι έπειτα άγγιξα ένα δώρο για το παιδί ,
το τελευταίο παιδί που θήλασα πριν το θάνατό σου·
κι έπειτα άγγιξα το στήθος μου,
κι έπειτα άγγιξα το πάτωμα,
κι έπειτα ξανά το στήθος μου λες και, 
με κάποιον τρόπο, ήταν ενα απ´ τα δικά σου
(μετάφραση Κ.Χ.Λουκόπουλος)

Christmas Eve” by Anne Sexton

Oh sharp diamond, my mother!
I could not count the cost
of all your faces, your moods-
that present that I lost.
Sweet girl, my deathbed,
my jewel-fingered lady,
your portrait flickered all night
by the bulbs of the tree.

Your face as calm as the moon
over a mannered sea,
presided at the family reunion,
the twelve grandchildren
you used to wear on your wrist,
a three-months-old baby,
a fat check you never wrote,
the red-haired toddler who danced the twist,
your ageing daughters, each one a wife,
each one talking to the family cook,
each one avoiding your portrait,
each one aping your life.

Later, after the party,
after the house went to bed,
I sat up drinking the Christmas brandy,
watching your picture,
letting the tree move in and out of focus.
The bulbs vibrated.
They were a halo over your forehead.
Then they were a beehive,
blue, yellow, green, red;
each with its own juice, each hot and alive
stinging your face. But you did not move.
I continued to watch, forcing myself,
waiting, inexhaustible, thirty-five.

I wanted your eyes, like the shadows
of two small birds, to change.
But they did not age.
The smile that gathered me in, all wit,
all charm, was invincible.
Hour after hour I looked at your face
but I could not pull the roots out of it.
Then I watched how the sun hit your red sweater, your withered neck,
your badly painted flesh-pink skin.
You who led me by the nose, I saw you as you were.
Then I thought of your body
as one thinks of murder-

Then I said Mary-
Mary, Mary, forgive me
and then I touched a present for the child,
the last I bred before your death;
and then I touched my breast
and then I touched the floor
and then my breast again as if,
somehow, it were one of yours

πίνακας: The Nativity — William Blake

ΡΑΒΔΙΑ, του George Saunders

317045_10150347544733874_1119412214_n
Κάθε χρόνο, το βράδυ των Ευχαριστιών, κάναμε ουρά πίσω απ’ τον Μπαμπά, καθώς τραβούσε το κοστούμι του Αι Βασίλη στον δρόμο, και το τύλιγε γύρω από ένα είδος Σταυρού, που είχε φτιάξει από μεταλλικούς στύλους στην Αυλή… Την Εβδομάδα του Σούπερ Μπόουλ ο στύλος φορούσε ένα ζέρσεϊ και το κράνος του Ρόντ, και ο Ροντ έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Μπαμπά, αν ήθελε να πάρει από εκεί το κράνος. Την 4η Ιουλίου ο στύλος ήταν ο Θείος Σαμ, την Ημέρα του Βετεράνου ένας στρατιώτης, στο Χάλλοουήν, ένα φάντασμα. Για τον Μπαμπά ο στύλος ήταν η μοναδική του εκχώρηση στη Διασκέδαση. Μας επιτρεπόταν μόνο μια απόλαυση τη φορά. Μια Παραμονή Χριστουγέννων ούρλιαξε στην Κίμι, επειδή πέταξε στα σκουπίδια μια φέτα μήλου. Κάθε φορά που βάζαμε κέτσαπ στο πιάτο μας, τριγύριζε γύρω μας και μουρμούριζε: «Αρκετά, αρκετά, αρκετά!» Σε όλα τα πάρτι γενεθλίων είχαμε κεκάκια, και ποτέ παγωτό. Την πρώτη φορά που έφερα στο σπίτι μια κοπελιά που τα είχαμε μου είπε, Τι παίζει με τον Πατέρα σου και κείνο το Στύλο; και διαπίστωσα ότι δεν είχα τι να πω. Φύγαμε απ’ το σπίτι, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά δικά μας, ανιχνεύσαμε τους σπόρους της ματαιότητας να ανθίζουν μέσα μας κι εμείς. Ο Μπαμπάς άρχισε να ντύνει το Στύλο, όλο και πιο σύνθετα, και με όλο πιο δυσδιάκριτη Λογική. Την ημέρα της Μαρμότας, τύλιξε γύρω του ένα είδος Γούνας κι άφησε αναμμένο απέναντι ένα φακό θυέλλης για να δημιουργήσει σκιά. Όταν ένας σεισμός συνέβη στη Χιλή, έγειρε το Στύλο στο πλάι, και ζωγράφισε ένα ρήγμα στο έδαφος. Η Μαμά πέθανε, έντυσε τον Στύλο Θάνατο και κρέμασε στο οριζόντιο δοκάρι, βρεφικές φωτογραφίες της μαμάς. Κάθε φορά που πηγαίναμε να τον δούμε, βρίσκαμε διάφορα αντικείμενα από τη νιότη του παραταγμένα στη Βάση: στρατιωτικά μετάλλια, εισιτήρια θεάτρου, παλιές μπλούζες, σωληνάρια από το μέικ απ της Μαμάς. Ένα φθινόπωρο, έβαψε τον Στύλο λεμονί. Τον ίδιο χειμώνα τον τύλιξε με μπαμπάκι για να τον ζεστάνει και κάρφωσε μικρές ρέπλικες έξι μικρότερους σταυρούς στην αυλή με ένα σφυρί. Ένωσε τους μικρούς σταυρούς με το στύλο με σπάγκους, και κόλλησε στους σπάγκους γράμματα απολογητικά, παραδοχές λαθών, παρακλήσεις για κατανόηση, όλα γραμμένα με ξέφρενο χέρι, πάνω σε κάρτες. Ζωγράφισε μια ταμπέλα που έλεγε ΑΓΑΠΗ και την κρέμασε απ’ τον Στύλο, και μια άλλη που έγραφε ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ; και μετά πέθανε στο χολ με το ράδιο αναμμένο και πουλήσαμε το σπίτι σε ένα νεαρό ζευγάρι που ξήλωσε τον στύλο και τον άφησε στο πλάι του δρόμου την Ημέρα των Σκουπιδιών.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
(Sticks από τον τόμο «Tenth of December» του George Saunders )

φωτο – Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: “Chance” του Christian Boltanski, από την Μπιενάλε της Βενετίας 2011