τα κορίτσια

Δεν εκχωρείται η αθωότητα,
ούτε και η μακρινή μας – πλέον- εφηβεία εκχωρείται,
τα στριμωξίδια γύρω απ’ τα κορίτσια
των μεθυσμένων μας λυγμών
ή οι άσφαιρες βόλτες έξω από τα σπίτια τους,
για εμάς τους ξελιγωμένους κορμοράνους/
όσα τσιτάτα αποστηθίζαμε,
από καταραμένους ποιητές
κι ακόμη κι αυτά τα ίδια τ’ όνοματά τους,
με τα τρυφερά τους σύμφωνα,
που τώρα μου διαφεύγουν
λεπτομερώς,
μα υπήρξε ένας καιρός που τα απήγγειλα με ευλάβεια,
δεν εκχωρούνται επίσης/
κι ενώ τα κεριά μας λιγοστεύουν σταθερά προς
την απογευματινή τους
αγρανάπαυση,
ένας μολυβένιος ουρανός που απομακρύνεται ενοχικά
από τις πρώτες μας αρνήσεις,
έρχεται πια συχνά και ξαναγεύεται,
μια τζούρα από τσιγάρο Όσκαρ στο χρυσοπόρφυρο πακέτο
ή
το μελένιο πάνω χείλος της,
στο πίσω υπόστεγο
με τη βροχή,
όπου μεγάλωνε στη λάσπη εκείνο το μοναχικό γαρύφαλλο,
και τα φαντάσματα των πωλητών της λαϊκής,
άλλαζαν ρούχα πριν αντικρύσουν τη νύχτα της Δευτέρας._
ΚΛ – 24/01/2018

photo: Clarence H. White (American, 1871-1925)
The Ring Toss
1899
Palladium print

Advertisements

γράμματα σε ένα νέο ποιητή

Ανοίγω τον άνθρωπο στην ερημιά,
κι από τις ρηχές ρωγμές του,
φεύγουν ελάφια και λυγμοί και σύθαμπα,
μα ούτε μια λέξη/
κι ο ξοδεμένος έρωτας στουμπώνει τις πληγές του
και κάποιες νύχτες με στυφή πανσέληνο,
όλα τα ράμματα τ’ αλλάζει
σε γαλάζιο φως/
σ’ αυτό το φως θα μαρτυρήσει,
πλάι στα «Γράμματα σε έναν Νέο Ποιητή»,
που του είχε δωρίσει εκείνη η φιλόλογος
με τα ελαφίσια μάτια.
Με τους θερμούς επαίνους της,
τις συμβουλές,
την προτροπή της προς την ποίηση/
κι ας γύρευε αυτός
μόνο τα μάτια της
ή έστω να σφαλίσει για πάντα μέσα του,
τα ελάφια των ματιών της/
ο έρωτας βρίσκει τα αγόρια,
πολύ πριν να προλάβουν,
να γίνουν νέοι ποιητές._
ΚΛ – 14/01/2018

photo: Hugo Erfurth (Dresden)
Clotilde von Derp-Sacharoff
From Der Kunstlerische Tanz Unserer Zeit [The Artistic Dance of Our Time] p. 23
Published 1928

το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος
κι ένας άλλος τόπος,
ο τόπος που φτάνουμε,
λέω,
κι έχω στο νου μου την ψυχή της,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη
τηγανίζοντας,
σε τούτο το τρύπιο σπίτι
που ήταν σπίτι μας/
Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και
δένουμε το αρνί στη σούβλα του,
σφιχτά,
σαν ένα ιστίο στη καταιγίδα/
Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα/
ακόμη κι εκείνη η ρυθμική κλαγγή
της Μεγάλης Παρασκευής,
σιγούσε επίσης/
(τότε που αλυχτούσε ολονυχτίς
έξω απ’ την πόρτα μας,
ο ποταπός χουχουριστής)

άνοιξη

Αντέχεται η άνοιξη
με βαριά καρδιά,
των νεαρών μίσχων η γλύκα και το πράσινο,
το χρώμα μιας φυλακής ή μιας θάλασσας,
κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα/
όσες πομπές βαδίσαμε αργά, προς το κοιμητήριο του χειμώνα,
κι ένα χρονικό χελιδόνι
στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά,
εκείνη που ήρθε προς το τέλος,
να μας διδάξει ξανά την αρχή κι όλοι την κοιτούσαμε δακρυσμένοι,
τα διάφανα χέρια των νεκρών μας επαλλήλιζοντας.

photo: Janet Flanner
Letter in the shape of a tulip from Janet Flanner to Mercedes de Acosta
1928
The Rosenbach, Philadelphia

 

 

 

η βροχή ΙΙ/ σπονδές

 

η βροχή, ένα φοιτητικό ημιυπόγειο
με έπιπλα που έτριζαν από αρθριτικά,
κι ένα ασταθές φουρνάκι,

η βροχή, ένα ποτάμι από μελάνι,
και η πηγές του,
-η παλιά Ολιβέττι-
σαν συνέρχονται οι λέξεις,
ντροπιασμένες από την ευεργετική οξείδωση
– άγριοι φίλοι που μας αγαπούν μέσα από την πάρτη τους,
κι η αγνή αδιαφορία μας
για το χρόνο γενικά,
κυριαρχεί –

η βροχή, ο Ρασκόλνικοφ,
κι όλες οι καιόμενες σπονδές της αφελούς νεότητας,
με καφέ και – παλαιότερα – τσιγάρα,
νωπές εφημερίδες,
και μια μακάβρια κουβέντα για τον Ντιντερό,
υποσκάπτουν την ανάγκη μας
σαν δάκρυα μετάνοιας δίχως αντικείμενο,
μια ζωή που μας διαφεύγει και τη νοσταλγούμε,
μια ζωή που βιώθηκε και πάει/

photo: Francesc Català-Roca (Valls, Tarragona, Spain, 1922 – Barcelona, Spain, 1998)
Las Ramblas con lluvia (The Ramblas in the Rain)
1950 (circa) / Posthumous print, 2003
Selenium-toned gelatin silver print on paper
47.7 x 37.5 cm

9 χαϊκού για το καλοκαίρι (5-7-5)

Ι
Είπε ο γλάρος:
γείρε τη φτερούγα σου,
σ’ αυτόν τον νοτιά/
ΙΙ
αργεί το κύμα,
μονάχο να φορτώσει,
όλον τον πόντο/
ΙΙΙ
το καλοκαίρι,
όπου και αν πλάγιασε,
στα χείλη ξυπνά/
ΙV
σπόρος ή ανθός;
του ήλιου η ποίηση,
στο φως φυτρώνει/
V
ο καιρός περνά,
μα το χιόνι αντέχει,
την αχνή ζέστη/
VI
γαλάζια πίκρα
-παρότι ανέμελη-
τη νύχτα σβήνει/
VII
σκόρπια στη φωτιά,
μικροπαιχνιδίσματα,
των λευκών άστρων/
VIII
μες στην καρδιά μου,
αιφνίδιος θάνατος,
η προδοσία/
IX
το μόνο θέρος,
των παιδιών το κάτουρο,
στην ψιλή άμμο/

πίνακας: Βλαντιμίρ Βολέγκοβ – παιδιά στην παραλία

νόστιμον ήμαρ

 


Σαν νύχτωνε τα Σάββατα,
έσερνε ένα χάχανο,
δροσερό σαν αφόρετο παπούτσι,
καθώς τα φτερά της έτριζαν στην αύρα,
κι από το δρόμο ένας αχός,
άνθρωποι και κένταυροι συγκρούονταν τυχαίως,
το ποδοβολητό από τις οπλές τους,
και τα ελεεινά ερίφια από τις παρακείμενες στρούγκες,
αιωνίως διψασμένα.
Η φωτεινή μέρα που κατέληγε
μες στην στενή θαλάμη,
ενώ στην κουζίνα τα χνούδια σβούριζαν,
λες κι ήμασταν κάνας αγρός πρωτομαγιά.
Τηγάνια και τυριά καμένα και
μια σεληνιακή αιθάλη,
πικρή σαν αψύ αμύγδαλο,
και το θρασύ ελαιόλαδο
που άναβε στο στήθος της,
σαπωνοποιημένο.
Εκεί που χα δαγκώσει,
ξεφύτρωνε χρυσίζον,
ντροπαλά,
το πλέον νόστιμόν μου ήμαρ .


photo
: Vanessa Winship
Untitled from the series she dances on Jackson. United States
2011-2012
© Vanessa Winship

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα

 

Ι

Η καμπύλη του λαιμού

ο γεωμετρικός μέσος της νύχτας/

αηδόνι – φωλιά – έγκαυμα

και διττά πρωινά χάδια/

ΙΙ

να πως λιμνάζει η επιθυμία:

νύχτες και νύχτες φύεται

στο σεντόνι των ταύρων/

μια μελάτη στύση,

προτού να σφίξει/

ΙΙΙ

Η εκτέλεση της ζωής/

είναι προϋπόθεση μιας αναγέννησης

με όρους,

κι αυτός είναι ένας

ικανός και αναγκαίος φόνος/

για οποιαδήποτε εξουσία/

ΙV

σε ένα μπράτσο καλοκαιριού/

κάμποσα ανθάκια γιασεμιού,

χλωμιάζουν απ’ το λευκό στο

κίτρινο/

μια επιτύμβια αντίδραση

στον παστέλ θάνατο/

V

λίγο πριν την παράδοση

στην ταπεινή τους σαρκοφάγο/

όλοι οι ανέστιοι αγγέλοι/

λάμνουν στο χρόνο,

σα λιβελλούλες τραβεστί/

VI

στα χέρια όπου ανθούν

οι φλέβες αραβουργήματα/

δεν αποκαλύπτεται το θείο

δια της απεικονίσεως/

VII

από τα πιο ισχνά λιόδεντρα

μετά από τη βροχή/

φουσκώνει ο καρπός,

νευρικός κι αψύς σα νεαρό λεμόνι/

VIII

Μέγιστος ο ήλιος,

μα το σκιάδι του τρισμέγιστο/

ο καθείς ας ορθώνει/

τη δική του σκιά/

ΙΧ

η έπαρση της ζωής διαβρώνει/

την ίδια τη συνείδηση της φθοράς/

πολλά φλύαρα πετεινάρια

κακαρίζουν αθανασία,

μετά από λίγο καλαμπόκι/

X

η εντολή του χρόνου

τελεί υπό αμφισβήτηση:

μοναχικοί μοναχοί,

συμβιώνουν ισοκρατώντας τη διαστολή/

ενώ το σύμπαν σιωπηλά εσωστρέφει.

photo:

Ernst Hugo Lorenz-Murowana (1872 -1950)

Mondschein über dem alten Berliner Schloss, im Vordergrund spiegelnder Fluss mit angelegten Booten.

η φωτογραφία στο κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»

 

image

Εκείνος πια, δεν μου κουβεντιάζει,
στα δωματιάκια του Ιατρικού που βρισκόμαστε στα όνειρα/
Είναι νωρίς το πρωί, 
κι ενώ αγωνίζομαι να παρκάρω
πάντα, μόλις φτάνω,
τελειώνει το φάρμακο,
και του βγάζουν τη φλέβα/
Κι ενώ η εικόνα του βουβή,
αποτραβιέται σα νερό προς το πηγάδι της λήθης,
εκείνο μου λείπει περισσότερο:
η δύναμη στα πνευμόνια
που ξεκούφαινε
τη μάνα μου, όταν τον άκουγε να σφυρίζει στον ύπνο της/
μήνες μετά που άλλαξε το σώμα του,
κι έγινε για πάντα,
η φωτογραφία
από κάποια βάφτιση στο
κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»/

photo: László Moholy-Nagy (American, b. Hungary, 1895-1946)
Massenpsychose (Mass Psychosis)
1927
Collage, pencil, and ink
George Eastman Museum, Purchased with funds provided by Eastman Kodak Company