ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος
κι ένας άλλος τόπος,
ο τόπος που φτάνουμε,
λέω,
κι έχω στο νου μου την ψυχή της,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη
τηγανίζοντας,
σε τούτο το τρύπιο σπίτι
που ήταν σπίτι μας/
Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και
δένουμε το αρνί στη σούβλα του,
σφιχτά,
σαν ένα ιστίο στη καταιγίδα/
Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα/
ακόμη κι εκείνη η ρυθμική κλαγγή
της Μεγάλης Παρασκευής,
σιγούσε επίσης/
(τότε που αλυχτούσε ολονυχτίς
έξω απ’ την πόρτα μας,
ο ποταπός χουχουριστής)

άνοιξη

Αντέχεται η άνοιξη
με βαριά καρδιά,
των νεαρών μίσχων η γλύκα και το πράσινο,
το χρώμα μιας φυλακής ή μιας θάλασσας,
κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα/
όσες πομπές βαδίσαμε αργά, προς το κοιμητήριο του χειμώνα,
κι ένα χρονικό χελιδόνι
στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά,
εκείνη που ήρθε προς το τέλος,
να μας διδάξει ξανά την αρχή κι όλοι την κοιτούσαμε δακρυσμένοι,
τα διάφανα χέρια των νεκρών μας επαλλήλιζοντας.

photo: Janet Flanner
Letter in the shape of a tulip from Janet Flanner to Mercedes de Acosta
1928
The Rosenbach, Philadelphia

 

 

 

η βροχή ΙΙ/ σπονδές

 

η βροχή, ένα φοιτητικό ημιυπόγειο
με έπιπλα που έτριζαν από αρθριτικά,
κι ένα ασταθές φουρνάκι,

η βροχή, ένα ποτάμι από μελάνι,
και η πηγές του,
-η παλιά Ολιβέττι-
σαν συνέρχονται οι λέξεις,
ντροπιασμένες από την ευεργετική οξείδωση
– άγριοι φίλοι που μας αγαπούν μέσα από την πάρτη τους,
κι η αγνή αδιαφορία μας
για το χρόνο γενικά,
κυριαρχεί –

η βροχή, ο Ρασκόλνικοφ,
κι όλες οι καιόμενες σπονδές της αφελούς νεότητας,
με καφέ και – παλαιότερα – τσιγάρα,
νωπές εφημερίδες,
και μια μακάβρια κουβέντα για τον Ντιντερό,
υποσκάπτουν την ανάγκη μας
σαν δάκρυα μετάνοιας δίχως αντικείμενο,
μια ζωή που μας διαφεύγει και τη νοσταλγούμε,
μια ζωή που βιώθηκε και πάει/

photo: Francesc Català-Roca (Valls, Tarragona, Spain, 1922 – Barcelona, Spain, 1998)
Las Ramblas con lluvia (The Ramblas in the Rain)
1950 (circa) / Posthumous print, 2003
Selenium-toned gelatin silver print on paper
47.7 x 37.5 cm

9 χαϊκού για το καλοκαίρι (5-7-5)

Ι
Είπε ο γλάρος:
γείρε τη φτερούγα σου,
σ’ αυτόν τον νοτιά/
ΙΙ
αργεί το κύμα,
μονάχο να φορτώσει,
όλον τον πόντο/
ΙΙΙ
το καλοκαίρι,
όπου και αν πλάγιασε,
στα χείλη ξυπνά/
ΙV
σπόρος ή ανθός;
του ήλιου η ποίηση,
στο φως φυτρώνει/
V
ο καιρός περνά,
μα το χιόνι αντέχει,
την αχνή ζέστη/
VI
γαλάζια πίκρα
-παρότι ανέμελη-
τη νύχτα σβήνει/
VII
σκόρπια στη φωτιά,
μικροπαιχνιδίσματα,
των λευκών άστρων/
VIII
μες στην καρδιά μου,
αιφνίδιος θάνατος,
η προδοσία/
IX
το μόνο θέρος,
των παιδιών το κάτουρο,
στην ψιλή άμμο/

πίνακας: Βλαντιμίρ Βολέγκοβ – παιδιά στην παραλία

νόστιμον ήμαρ

 


Σαν νύχτωνε τα Σάββατα,
έσερνε ένα χάχανο,
δροσερό σαν αφόρετο παπούτσι,
καθώς τα φτερά της έτριζαν στην αύρα,
κι από το δρόμο ένας αχός,
άνθρωποι και κένταυροι συγκρούονταν τυχαίως,
το ποδοβολητό από τις οπλές τους,
και τα ελεεινά ερίφια από τις παρακείμενες στρούγκες,
αιωνίως διψασμένα.
Η φωτεινή μέρα που κατέληγε
μες στην στενή θαλάμη,
ενώ στην κουζίνα τα χνούδια σβούριζαν,
λες κι ήμασταν κάνας αγρός πρωτομαγιά.
Τηγάνια και τυριά καμένα και
μια σεληνιακή αιθάλη,
πικρή σαν αψύ αμύγδαλο,
και το θρασύ ελαιόλαδο
που άναβε στο στήθος της,
σαπωνοποιημένο.
Εκεί που χα δαγκώσει,
ξεφύτρωνε χρυσίζον,
ντροπαλά,
το πλέον νόστιμόν μου ήμαρ .


photo
: Vanessa Winship
Untitled from the series she dances on Jackson. United States
2011-2012
© Vanessa Winship

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα

 

Ι

Η καμπύλη του λαιμού

ο γεωμετρικός μέσος της νύχτας/

αηδόνι – φωλιά – έγκαυμα

και διττά πρωινά χάδια/

ΙΙ

να πως λιμνάζει η επιθυμία:

νύχτες και νύχτες φύεται

στο σεντόνι των ταύρων/

μια μελάτη στύση,

προτού να σφίξει/

ΙΙΙ

Η εκτέλεση της ζωής/

είναι προϋπόθεση μιας αναγέννησης

με όρους,

κι αυτός είναι ένας

ικανός και αναγκαίος φόνος/

για οποιαδήποτε εξουσία/

ΙV

σε ένα μπράτσο καλοκαιριού/

κάμποσα ανθάκια γιασεμιού,

χλωμιάζουν απ’ το λευκό στο

κίτρινο/

μια επιτύμβια αντίδραση

στον παστέλ θάνατο/

V

λίγο πριν την παράδοση

στην ταπεινή τους σαρκοφάγο/

όλοι οι ανέστιοι αγγέλοι/

λάμνουν στο χρόνο,

σα λιβελλούλες τραβεστί/

VI

στα χέρια όπου ανθούν

οι φλέβες αραβουργήματα/

δεν αποκαλύπτεται το θείο

δια της απεικονίσεως/

VII

από τα πιο ισχνά λιόδεντρα

μετά από τη βροχή/

φουσκώνει ο καρπός,

νευρικός κι αψύς σα νεαρό λεμόνι/

VIII

Μέγιστος ο ήλιος,

μα το σκιάδι του τρισμέγιστο/

ο καθείς ας ορθώνει/

τη δική του σκιά/

ΙΧ

η έπαρση της ζωής διαβρώνει/

την ίδια τη συνείδηση της φθοράς/

πολλά φλύαρα πετεινάρια

κακαρίζουν αθανασία,

μετά από λίγο καλαμπόκι/

X

η εντολή του χρόνου

τελεί υπό αμφισβήτηση:

μοναχικοί μοναχοί,

συμβιώνουν ισοκρατώντας τη διαστολή/

ενώ το σύμπαν σιωπηλά εσωστρέφει.

photo:

Ernst Hugo Lorenz-Murowana (1872 -1950)

Mondschein über dem alten Berliner Schloss, im Vordergrund spiegelnder Fluss mit angelegten Booten.

η φωτογραφία στο κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»

 

image

Εκείνος πια, δεν μου κουβεντιάζει,
στα δωματιάκια του Ιατρικού που βρισκόμαστε στα όνειρα/
Είναι νωρίς το πρωί, 
κι ενώ αγωνίζομαι να παρκάρω
πάντα, μόλις φτάνω,
τελειώνει το φάρμακο,
και του βγάζουν τη φλέβα/
Κι ενώ η εικόνα του βουβή,
αποτραβιέται σα νερό προς το πηγάδι της λήθης,
εκείνο μου λείπει περισσότερο:
η δύναμη στα πνευμόνια
που ξεκούφαινε
τη μάνα μου, όταν τον άκουγε να σφυρίζει στον ύπνο της/
μήνες μετά που άλλαξε το σώμα του,
κι έγινε για πάντα,
η φωτογραφία
από κάποια βάφτιση στο
κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»/

photo: László Moholy-Nagy (American, b. Hungary, 1895-1946)
Massenpsychose (Mass Psychosis)
1927
Collage, pencil, and ink
George Eastman Museum, Purchased with funds provided by Eastman Kodak Company

η θλιβερή αγκαλιά

 

nadar_newspaper-le-figaro_web.jpg

Δεν είναι άσχημες μέρες

ετούτες που διανύουμε/

σεβάσμιοι γέροντες

διαπιστώνοντας τη φθορά/

αυτοερωτικοί,

έτσι που

κλειδώνουμε τα χέρια,

στο βάθος της ύπαρξης/

κι όλη αυτήν τη ροή του τέλους,

εμμονικά/

-ως ένα εισιτήριο ενσυναίσθησης-

την κατακρημνίζουμε αιχμηρά,

στα ολοστρόγγυλα

ρυάκια της αυτοαναφοράς της/

τα άλλα κορμιά που αγκαλιάζουμε

-άλλοτε ερωτικά, άλλοτε φιλικά-

είναι απλά

εικονικά τριαντάφυλλα,

που αιμορραγούν

ακαλαίσθητη αγάπη/

(αγάπη πάντως)

 

photo: Paul Nadar (French, 1856-1939)
Interview with Georges Ernest Jean Marie Boulanger
1889
Le Figaro, 23 November 1889
Photomechanical reproduction
George Eastman Museum, gift of Eastman Kodak Company; ex-collection Gabriel Cromer

 

η λαχτάρα των θάμνων να ονειρεύονται τα δέντρα

bourke-white-at-the-time-of-the-louisville-flood-web

στη σύλληψη της ποίησης εν στάσει/
στην αφή των στίχων με τα δάχτυλα/
η αιώνια έκταση,
συμπιέζει την αδιάστατη στιγμή,
με μικρές αποδραστικές αυταπάτες/
το σάλιο της,
διώρυγα
τεντωμένων κλαδιών προς τα νέφη,
κι όμως τα χαμηλά σπαρτά
αντηχούν την ηδονή
των κορμιών που φιλοξένησαν/
την προηγούμενη κρύα νύχτα/
ίσως και μερικά σημεία
φωτιάς,
που σιγοκαίνε ακόμη στις ρίζες/
νεαροί δεντρικοί δορυφόροι να φυτρώνουν ανάποδα,
μια αντιστροφή κοινωνιολογίας του πλήθους,
εν τω γεννάσθαι/

photoMargaret Bourke-White (American, 1904-1971)
At the Time of the Louisville Flood
1937
Gelatin silver print
George Eastman Museum

η άχρονη κόλλα

 

roger_ballen_three_hands_2006-web

Κάθε πρωί ξυπνάει σε ένα καλοκαίρι,

στις δέστρες των κάβων του,

κρεμάει αγκίστρια χρόνου

και πετονιές

αλλά οι κροτίδες του/

εκρήγνυνται σκοτεινές και βουβές,

σαν σκέλεθρα άστρων/

Μετά τον πνιγμό,

τεντώνεται να φτάσει την απλότητα των απόντων,

ζηλεύει έτσι κι αλλιώς

την άχρονη κόλλα τους,

τα γαλάζια όνειρα,

τα χέρια όπως

υπήρξαν

και όπως είχαν υπάρξει ως εκεί

-χέρια παιδιών ή γερόντων-

και τον ήχο της φωνής τους

στις απλές λέξεις

πρόσεχε/

ντύσου/

γέρασα/

 

art:  Roger Ballen
Three hands
2006