προθάλαμος

Όταν θα γίνεις ανάμνηση
οι στάχτες σου
θα ακροβατούν
ουράνιο εναιώρημα
σε κείνο τον ιστό που φτιάξαμε
από παιδιά
ονειροπαγίδα
κι η συνοχή τους
θα υποσκάπτεται
απ’ την ατομικότητα
του κάθε κόκκου
σαν ένας διαρκής βιασμός
που αποτάσσεται
τη βία του
καταργώντας
την κλιμάκωση
τη διάρκεια
και το ορμέμφυτο
τα πόδια σου
θα μεγαλουργούν
κρυστάλλινα δόρατα
ως υπήρξαν
γεμάτα κόκκινο
αίμα
και κόκκινο κρασί,
θα θρυμματίζονται
και φίνα θα ματώνεις
κρασί και γυάλινες
καρφίτσες
κι η νύχτα που ξέρει
πώς
να γυαλίζει τα άστρα πιο δυνατά και από το ίδιο τους το φως
θα επιχειρεί
να σβήσει όσες φωτιές απλώθηκαν στη μέρα
σαν σαλιγκάρια
γεμάτα άγχος για ζωή στον ήλιο
δίχως βροχή

μα για τον επιούσιο
οι άνθρωποι ακόμη θα σκοτώνονται
ένας ένας

και εσύ θα στέκεις
στην άκρη το ίδιο
αδιάφορος
κι ανόητος δανδής,
ένας προθάλαμος αναμονής
για πεθαμένους·

από τώρα να στο πω
πριν γίνεις ανάμνηση·
κι εσύ
νεκροτομείο
θα καταλήξεις,
επαναστάτη μου._

ΚΛ – 14/11/2018

photo: Yves Klein (1928-1962)
Leap into the Void
1960
Black and white argentic print
© Succession Yves Klein c/o Adagp, Paris
© Photo Collaboration Harry Shunk and Janos Kender
© J. Paul Getty Trust. The Getty Research Institute, Los Angeles

Advertisements

στην Ελευσίνα, ο χρόνος δεν φοβάται

Στην Ελευσίνα
ο χρόνος δεν φοβάται να μεγαλώσει
κάτω από μια Φρυκτωρία
των ποιημάτων και των καημών
Μάζεψα τα κομμάτια μου
που εκθέτω
ξένοι και δικοί
να τα κοροϊδεύουν
και θλιμμένα τους εξηγώ·
γιατί φουσκώνει η θάλασσα πια
με τη νοτιά
ως τον Ασπρόπυργο
και πώς βρέθηκαν τόσοι πνιγμένοι
μες στο δάσος
με τις πυτζάμες τους ακόμη
ζεστές·
νέοι άνθρωποι πως ανθίζουν στον κήπο μας
και πως χαϊδεύονται ξανά οι λεμονιές μας·
πως έγινε αυτή η επίθεση από φως
λευκότερο απ’ το γάλα
και πώς
αντιρροπεί μέσα στο σπίτι
εκείνη τη μακριά σιωπή
που χρόνια αγωνιζόταν
να γίνει τραγούδι
Με τα μάτια των παιδιών ζαλίζομαι·
εκεί κρύβεται ο χρόνος των άστρων
που έχει κλαπεί._

ΚΛ – 10/11/2018

photo: Konstantinos Loukopoulos –  2018

daisy

Ετούτες οι μέρες
αναβοσβήνουν με σαματά
σαν κρότου – λάμψης·
έπειτα αρνούνται επίμονα να μελετηθούν
ενώ ένα πιάνο παίζει ασταμάτητα τη «Φλαμουριά»
(ή κάποιο άλλο λίντ του Σούμπερτ)
Εμείς πιάνα δεν είχαμε
μα σαν ήρθα εδώ
ταίριαζε τόσο
ένα πιάνο,
ένας σκύλος,
και κάποιες μέρες να αναβοσβήνουν ράθυμες·
ήταν τόσο αστικό!
Λυπάμαι, αποτύχαμε/
στα όνειρα η Νταίζη
δεν ακούει παρά μόνο τη Ζωή
κι όταν μου γλύφει τα χέρια,
παγάκια φυτρώνουν·
κάθεται έκκεντρη,
με τη λεκάνη στα ζερβά,
σα δαγκωμένο καγκουρώ
και τα γυμνά μου πόδια
στη γούνα της βυθίζονται·
χιόνι πέφτει πολύ,
μα το φως της
δεν ασπριζει…
όσο για το άγχος του ήλιου
ευτυχώς φέτος,
άκουσα,
η ώρα
δε θα αλλάξει._
ΚΛ – 04/10/2018

photo: Jacqui Stockdale
The Hoo
2018
C Type Print
130 x 100 cm

ανάσκελα

Είναι ένα διάβημα οι φτελιές,
αδιαμφισβήτητο, σου λεω
μια δήλωση ευφυΐας/
Δες πώς σκιάζουν τα καθέκαστα:
Στην Αθήνα των γκρεμνών,
κι ενόσω οι γέροντες
κοιμίζονται με
άσφαιρα λαντόζ,
ένα χέρι τους τσιμπάει μουλωχτά
ή τους μπουνίζει/
τρίβουν οι άμοιροι την τσιμπιά που τσούζει μα,
δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη ζητιανιά,
εν τέλει κλαίνε.
Κλαίνε με ένα γρέζι
σα στρουθία του χιονιού.
Βλέπω και τη μάνα μου που λέει
«πρόλαβα και πέθανα»
μα εγώ ακόμα στοιχειώνομαι
από το τελευταίο της όνειρο/
εκείνο με το σμήνος των χελιδονιών που έμπαινε στο κάδρο,
πετώντας ανάσκελα/
ΚΛ – 23/04/2018

photo: Cecil Beaton – ‘Barbara Hutton in Tangier, Morocco’ 1961 .

ζωοδόχος πηγή

Όσο κι αν υποχωρούν τα τοπία στο φως,
αναλόγως εποχής,
τόσο θα θεριεύουν μέσα τους
οι απογευματινές εικόνες
άλογα που κατέβαιναν τη δημοσιά
δίχως χάμουρα,
σαν πεταλούδες
με κιλίμια στο λαιμό,
και ξεχασμένους αντάρτες στη σέλα,
ή ένας τρυφερός μίσχος
που από το κουφάρι μιας σφήκας εκπορεύεται/
εκεί θα παραμένεις θαμμένη•
στον πλούτο του χρόνου
που ευωδιάζει στους βράχους
περισσότερο
κι από τις αγριοπασχαλιές/
κι όσο κι αν
οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν
σιωπηλοί και κάνουν πως ζουν
ή κάνουν πως πεθαίνουν,
θα’ ρχονται ψυχοσάββατα,
που θα δακρύζουν οι εικόνες,
με υπόσταση•
είτε από απόγνωση
είτε από κακιά συντήρηση
και πλημμελή
εξαερισμό/
κι οι τόποι λατρείας θα επεκτείνονται
ενώ τα άστρα θα τρίζουν συμπαγή
προτού ανάψουν,
σαν ένα μυθικό αυτόματο
που αλγοριθμεί τα πεπρωμένα/
η νύχτα πάντα θα περιέχει,
όσα η μέρα δεν αποζητά/
ΚΛ – 14/04/2018

η λυπητερή

Κι ας γεμίζουμε τα ποιήματα
βοστρύχους και βότανα
εξωτικά/
η υγρασία τους θα προβάλλει πάντα αδιάντροπα
ως ένας
μανιταρόσχημος μύκητας,
κάθε που θα ποτίζουμε τους ροδώνες τους με πάχνη,
ή που θα αποστέλλουμε ένα γλάρο να διεμβολίσει
ένα ακόμη
ματωμένο ηλιοβασίλεμα/
να ξέρουμε ότι
η ουσία μας θα ανιχνευτεί
-έπειτα από χρόνια-
ανάμεσα στις βρούβες και στα πικροράδικα,
στα έκπληκτα μάτια των ζώων πριν τη σφαγή,
ή στων παιδιών τα ενύπνια,
προτού στην κοιλιά τους ανθίσουν
οι τρίχες κι ο έρωτας/
όταν ας πούμε,
ο Σάσα του Πλατόνοφ
θα ξαναβρεί στο Τσεβενγκούρ,
κρυφοκοιτώντας,
πίσω από μια
παλιά ατμομηχανή,
τη σονάτα των απελπισμένων που μια ζωή του διέφευγε/
άλλωστε
εκείνη η στιγμή,
δεν θα είναι παρά μια αστραπή του άπειρου χρόνου/
εκεί μέσα θα κληθούμε να μαρτυρήσουμε
ολόκληρο το χρόνο
κι ολόκληρο το άπειρο,
που μας έχει
παραχωρηθεί/
ΚΛ – 23/02/2018

photo: Paula Rego
The wolf chats up Red Riding Hood
2003
Pastel on paper
104 x 79 cm
Collection of Gracie Smart, London
Courtesy Malborough Fine Art, London
© Paula Rego

τα κορίτσια

Δεν εκχωρείται η αθωότητα,
ούτε και η μακρινή μας – πλέον- εφηβεία εκχωρείται,
τα στριμωξίδια γύρω απ’ τα κορίτσια
των μεθυσμένων μας λυγμών
ή οι άσφαιρες βόλτες έξω από τα σπίτια τους,
για εμάς τους ξελιγωμένους κορμοράνους/
όσα τσιτάτα αποστηθίζαμε,
από καταραμένους ποιητές
κι ακόμη κι αυτά τα ίδια τ’ όνοματά τους,
με τα τρυφερά τους σύμφωνα,
που τώρα μου διαφεύγουν
λεπτομερώς,
μα υπήρξε ένας καιρός που τα απήγγειλα με ευλάβεια,
δεν εκχωρούνται επίσης/
κι ενώ τα κεριά μας λιγοστεύουν σταθερά προς
την απογευματινή τους
αγρανάπαυση,
ένας μολυβένιος ουρανός που απομακρύνεται ενοχικά
από τις πρώτες μας αρνήσεις,
έρχεται πια συχνά και ξαναγεύεται,
μια τζούρα από τσιγάρο Όσκαρ στο χρυσοπόρφυρο πακέτο
ή
το μελένιο πάνω χείλος της,
στο πίσω υπόστεγο
με τη βροχή,
όπου μεγάλωνε στη λάσπη εκείνο το μοναχικό γαρύφαλλο,
και τα φαντάσματα των πωλητών της λαϊκής,
άλλαζαν ρούχα πριν αντικρύσουν τη νύχτα της Δευτέρας._
ΚΛ – 24/01/2018

photo: Clarence H. White (American, 1871-1925)
The Ring Toss
1899
Palladium print

γράμματα σε ένα νέο ποιητή

Ανοίγω τον άνθρωπο στην ερημιά,
κι από τις ρηχές ρωγμές του,
φεύγουν ελάφια και λυγμοί και σύθαμπα,
μα ούτε μια λέξη/
κι ο ξοδεμένος έρωτας στουμπώνει τις πληγές του
και κάποιες νύχτες με στυφή πανσέληνο,
όλα τα ράμματα τ’ αλλάζει
σε γαλάζιο φως/
σ’ αυτό το φως θα μαρτυρήσει,
πλάι στα «Γράμματα σε έναν Νέο Ποιητή»,
που του είχε δωρίσει εκείνη η φιλόλογος
με τα ελαφίσια μάτια.
Με τους θερμούς επαίνους της,
τις συμβουλές,
την προτροπή της προς την ποίηση/
κι ας γύρευε αυτός
μόνο τα μάτια της
ή έστω να σφαλίσει για πάντα μέσα του,
τα ελάφια των ματιών της/
ο έρωτας βρίσκει τα αγόρια,
πολύ πριν να προλάβουν,
να γίνουν νέοι ποιητές._
ΚΛ – 14/01/2018

photo: Hugo Erfurth (Dresden)
Clotilde von Derp-Sacharoff
From Der Kunstlerische Tanz Unserer Zeit [The Artistic Dance of Our Time] p. 23
Published 1928

το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος
κι ένας άλλος τόπος,
ο τόπος που φτάνουμε,
λέω,
κι έχω στο νου μου την ψυχή της,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη
τηγανίζοντας,
σε τούτο το τρύπιο σπίτι
που ήταν σπίτι μας/
Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και
δένουμε το αρνί στη σούβλα του,
σφιχτά,
σαν ένα ιστίο στη καταιγίδα/
Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα/
ακόμη κι εκείνη η ρυθμική κλαγγή
της Μεγάλης Παρασκευής,
σιγούσε επίσης/
(τότε που αλυχτούσε ολονυχτίς
έξω απ’ την πόρτα μας,
ο ποταπός χουχουριστής)