η νυχτερίδα

Ανήμερα της Υπαπαντής, μια βδομάδα αφότου της ήρθαν τα πρώτα έμμηνα κι ενώ κατέβαινε από τις κορυφές μια αιθέρια ομίχλη, βυθίστηκε μέσα της γυρίζοντας από τη νόνα της, πεδικλώθηκε και κουτρουβάλησε ως το κατώφλι τα υπόλοιπα λίγα μέτρα που της απέμεναν από τον δρόμο της επιστροφής καθώς το φως χαμήλωνε κι η σκιά από το χαγιάτι τους γινόταν όλο και πιο μπλε. Γδαρμένη και μωλωπισμένη, μπήκε, ξεσκονίστηκε κι ανακοίνωσε στη μάνα της ότι αυτό ήταν, σταματάει το κέντημα από δω και μπρος. Της έδειξε μια μικρή δαχτυλήθρα που είχε καπελώσει τον παράμεσό της σαν παράσημο, της έδειξε τον τελευταίο τσεβρέ, μισοφτιαγμένο σα να είχαν μασουλήσει την άκρη του σκυλιά, κι είπε δεν σήκωνε κουβέντα, τέλος το κέντημα πια, την πονούσαν πολύ τα δάχτυλα. Έπειτα κλείστηκε στην κάμαρη και δεν άναψε καν τα φώτα, περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι ολοκληρωτικά και αμετάκλητα. Έξω δεν κουνούσε φύλλο κι όλα φαίνονταν να μουλιάζουν στην αχλή. Μετά κανένα μισάωρο, άνοιξε δίχως ειδοποίηση το κούφωμα κι αμέσως χύθηκε μέσα η μικροκαμωμένη, γαλάζια νυχτερίδα. Τα μάτια της γυαλίζανε σαν τοσοδούλικα μικρά μαύρα αυγά κι ακόμη κι η γλώσσα της ξεχώριζε όπως γλειφόταν διψασμένη. Το κορίτσι γύμνωσε το δάχτυλο και της έδωσε αμέσως να πιει._

photo: Dora Maar (French, 1907-1997)
Untitled (Hand-Shell)
1934
Gelatin silver print on paper
401 x 289 mm
Centre Pompidou, Musée national d’art moderne, Paris
Photo © Centre Pompidou, MNAM-CCI, Dist. RMN-Grand Palais
Image Centre Pompidou, MNAM-CCI © ADAGP, Paris and DACS, London 2019