αλυκές

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm

Κόρος/ Μέρα Μέρωσε

          Στην πλατεία του γυναικοχωριού του, απάνω στο πάλκο με τα οικοδομικά μαδέρια που είχε φτιαχτεί ειδικά για την πανήγυρη της Αγιάς Σωτήρας, την παραμονή της Μεταμόρφωσης, ο θρυλικός λαϊκός βιολιστής Γεράσιμος Καρτάλης του Θεοφάνους, που κόντευε ενενήντα δυο χρονών, έπιασε να μιλάει μια βραδιά του Αυγούστου, με το Θεό. Και ενώ δεν ήταν σίγουρος για το ποιος Θεός ήταν αυτός που ήρθε να του μιλήσει, ποια να ήταν άραγε η εθνικότητα του, κι αν απαιτούσε το δέος ή το σέβας του ή την υποταγή του, για τις μετατροπίες του ασυγκέραστου εγχόρδου του, δεν είχε καμιάν αμφιβολία: χιτζάζ ή σαμπάχ τέσσερα κομμάτια κι έπειτα ραστ σε χουζάμ και σεγκιάχ  άλλα δυο, ως να μην του μένει ανάσα, κι ας μην προλάβαιναν να ακολουθούν απολύτως οι υπόλοιποι της ορχήστρας. Τον αποστόμωσε και τον Θεό και αισθάνθηκε να τον κερδίζει προς ώρας. Ενώ όμως έπαιζε ένα σμυρναίικο νανούρισμα (τη Μαργαριταρένια) με κλειστά τα μάτια και σηκωμένα τα μανίκια ως συνήθιζε, και σιγοντάριζε την νεαρή τραγουδίστρια, κρυφοκοιτάζοντας τα πόδια της, δέχθηκε μιαν ακόμη επίσκεψη (του Περαματάρη τούτη τη φορά.)  Άδειο σακί ήταν το ρούχο του, και το πρόσωπό του ερεβώδες. Κι ενώ τον φόρτωνε στη σχεδία του, κι η βουβή ανάσα του μύριζε ρετσίνα και ψητό αρνί, ένιωσε από κάτω του τον ποταμό να τους μεταφέρει με θόρυβο σαν οδοντωτός.  Έπιασε κι εκείνος μια δοξαριά από τον χαμηλό πλάγιο δεύτερο και την οδήγησε μέχρι το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στη Στεφάνη το ’79 – εκεί όπου  ήρθε και του προσκύνησε τα χέρια η αναδεξιμιά του,  Κικίτσα Αγραφιώτου του Γιωργοδάρα, και τον χειροκροτούσε το κοινό 20 λεπτά απνευστί μέχρι να ματώσουν οι παλάμες – ως την τωρινή πανήγυρη όπου έπαιζε το Καλυμνιώτικο Μέρα Μέρωσε, κι η αυγή ντρεπόταν να χαράξει από την ομορφιά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άρχισε μεν να αργοπεθαίνει απ’ τα χαράματα του Σαββάτου, όμως κανείς δεν τον πήρε μυρουδιά, διότι συνέχιζε να παίζει ως το μεσημέρι της Κυριακής στις δυόμιση όπου και τον σκούντησε κατά λάθος με το σουραύλι του ο Παντελής, κι αμόλησε άξαφνα το κορμί του σαν ξεφούσκωτη τσαμπούνα μέχρι που σωριάστηκε σχεδόν καθέτως από το σκαμνί πάνω στις δούγες, του βιολιού το τρανταφυλλόξυλο άνοιξε στα δύο στο σκάφος, και το δοξάρι εκτοξεύτηκε προς την κατεύθυνση ενός τριαξονικού που μετέφερε πατάτα στη Γερμανία. Εκεί παγιδεύτηκε περήφανο κι οριζόντιο, ανάμεσα σε δυο σακιά, ενώ οι αλογότριχές του, πάλλονταν τραυματισμένες σαν ασπρόμαυρο γιορντάνι στο ανοιξιάτικο αεράκι…

(στο Γιώργο Κόρο)

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Καζαντζίδης/ purple rose

     Το ξημέρωμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1985, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, κι ενώ θερμές αέριες μάζες από την Αφρική στροβίλιζαν το χώμα στην περιοχή Μασταμπά,  ένα σκουπιδιάρικο του Δήμου Ηρακλείου, φορτώνοντας έναν από τους καινούργιους κάδους που βρισκόταν μπροστά από το θερινό σινεμά «Ρομάντικα», εγκατέλειψε τη μάχη για την καθαριότητα, με έναν παραπονιάρικο αναστεναγμό, πληγωμένο από βαριά βλάβη (στον ιμάντα του εκκεντροφόρου). Στην βαθιά ησυχία που ακολούθησε το σαματά που έκανε ο ντίζελ κινητήρας, ακούστηκαν τα πρώτα τριζόνια της μέρας, ένας κόκορας από μια διπλανή μάντρα οικοδομικών υλικών εντός της οποίας είχε χαραχθεί με κοτετσόσυρμα ένα ισχνό κοτέτσι, και η φωνή του πίσω αριστερά σκουπιδιάρη, που τραγουδούσε με περίσσιο ντέρτι : «-Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω/ σκλάβα τη ζωή σου θα’ χω/ κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς…» Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον θεόρατο κάδο, ένα χέρι λευκό και εύθρυπτο σαν τσιγαρόχαρτο, με λεπτογραμμένα δάχτυλα . Στο μεσαίο δάχτυλο  είχε περασμένο ένα δαχτυλίδι με ζιργκόν κι από την παλάμη, που ήταν γυρισμένη προς τα κάτω,  ήταν ολοφάνερο πως έλειπε ολότελα – σα να είχε σβηστεί με μια γομολάστιχα-  η γραμμή της ζωής• επιπλέον, τα δάχτυλα δεν έφεραν καθόλου δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ ο οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος του δήμου άρχισαν να ιδρώνουν άφωνοι και συγκλονισμένοι, βέβαιοι πως το κορμί όπου ανήκε το χέρι ήταν άψυχο,  ο πίσω αριστερά με ένα απρόβλεπτο γύρισμα της φωνής, συνέχισε να τραγουδάει αμέριμνος: «-σα να’ μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόοοψε…» Εκεί στο ρεφραίν, το χέρι άρχισε να κινείται, και έπειτα από λίγο – και αφού παραμέρισε, μερικά χαρτόκουτα, συσκευασίες από πατατάκια και μια σκισμένη αφίσα της ταινίας “The Purple Rose of Cairo”- που έπαιζε το σινεμά την προηγούμενη εβδομάδα- αναδύθηκε από το σωρό μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και παράξενο ντύσιμο, εντυπωσιακά καθαρή και μοσχομυριστή, σα να μην είχε περάσει τη νύχτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών, αλλά σε ένα λιβάδι με φασκόμηλα. Ξανά οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος έμειναν άφωνοι (μαζί με τον κόκορα, που ότι ήταν να πει το είπε). Ξανά ο πίσω αριστερά, με ανεπαίσθητες αλλαγές, άλλαξε απλά κλίμακα και τραγούδι: » Στο θολωμένο μου μυαλό/ο κόσμος είναι μια σταλιά/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/και κάποιο πάθος μου τρελό….» Ξαφνικά από το φορτηγό, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο σαν γυαλί που τρίβεται πάνω σε πέτρα, που τους κινητοποίησε, και παρότι οι βραχίονες είχαν σταματήσει σε μια παράδοξη γωνία κι ο κάδος είχε κολλήσει στην ψηλότερη θέση του μηχανισμού ανύψωσης,  κατάφεραν και στήριξαν την κοπέλα στους ώμους τους και τη βοήθησαν να κατέβει. Αυτή τεντώθηκε, ξεσκονίστηκε, ίσιωσε το μπολερό της, το κλος καπελάκι της, τους χαμογέλασε, λέγοντας: θένκς γκάις! και κατευθύνθηκε με χάρη προς το σινεμά, αφήνοντας πίσω της μια ροδαλή αύρα και μια μυρωδιά σοκολάτας γάλακτος. Εκείνη τη στιγμή μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση του τόξου του νοτιοανατολικού αιγαίου, μετακίνησε τη σκουπιδιάρα ελαφρά περί του άξονα, και την έθεσε σε χαλαρή ταλάντωση, με αποτέλεσμα ο ένας βραχίονας να κρεμάσει απότομα και ο κάδος να πάρει μια χαριτωμένη στροφή προς τα κάτω, αδειάζοντας το μισό περιεχόμενο στο δρόμο, ενώ από ένα μουχλιασμένο μαξιλάρι ενός σκαμπό που ήταν πεταμένο στον κάδο, άνοιξε ένας μεταξωτός θύλακας, ελευθερώνοντας μιλιούνια μικρές αράχνες, που έφυγαν αμέσως τρεκλίζοντας, προς την κατεύθυνση του κοριτσιού. Και παρότι το φως όλο και δυνάμωνε, στη γραμμή που βάδιζαν οι αράχνες, εξαφανίζονταν τα χρώματα, και τη θέση τους έπαιρνε ένα διακριτικό νουάρ με υψηλή αντίθεση και μαλακή καμπύλη γ.  Ο πίσω αριστερά, άρχισε πάλι: « – Νυχτερίδες και αράχνες γλυκιά μου, έχουν στήσει φωλιά» ενώ το κορίτσι ήταν ήδη άφαντο, το «Ρομάντικα» είχε γίνει ασπρόμαυρο κι η αφίσα της ταινίας, αναφλεγόταν μυστηριωδώς και γινόταν παρανάλωμα εντός μερικών δευτερολέπτων.

19. υπενωμοτάρχης

doisneau-african-games-1945-web

Στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής στην ενορία των Δώδεκα Αποστόλων, και ενώ ορισμένοι έφηβοι πρόσκοποι καλιμπράρουν τα σοσόνια τους ακριβώς τη στιγμή της διέλευσης του επιταφίου, εφευρίσκεται εν τω γεννάσθαι μεταξύ των στοιχισμένων προσκόπων, μια ομοφυλόφιλη δυναμική: ένα αγόρι προσφάτως χρησθέν υπενωμοτάρχης, κάτοχος του αργυρού βέλους και μέλος του συμβουλίου τιμής, κρυφά καμαρώνει για το σημάδι στην γάμπα του από την καλτσοδέτα, ενώ σιάζει το φουλάρι του φιλάρεσκα και κραδαίνει το κοντάρι του είτε αφελώς οριζόντια ως φαλλική προέκταση, είτε χιάζοντας με τα εξαπτέρυγα σε έναν εφήμερο αγώνα επικράτησης της λαμπρότητας της στιγμής. Ταυτόχρονα παρατηρεί με περιέργεια και ασαφή ερωτική έξαψη, τις περιβάλλουσες καλτσοδέτες, τις γάμπες και τα όμορα κοντάρια. Τα ομοιόμορφα αξεσουάρ αποκτούν τη χρηστικότητα που επιβάλει το φύλο, η ιδιότητα και η ιεραρχία, γεννούν όμως και την περιέργεια, την αυταρέσκεια, την κοκεταρία της θηλυκής συνείδησης. Έτσι διαιωνίζεται, μέσω ενός τυπικού και των καθ’ έξιν συμβόλων του, μια παγιωμένη υφή σεξουαλικότητας του πλήθους -από τη μια- σε κάθε επανάληψη της οποίας γεννιέται -από την άλλη- και η ίδια η παρεκτροπή της – που δεν είναι ασφαλώς μονάχα μια – θεωρώντας ένα κοινωνικό οργανικό πρότυπο και μεγεθύνοντάς το έως τα όρια του εαυτού. Διότι πάντοτε ο εαυτός θα ξεπερνάει τα όρια των κοινωνιών, των επιστημών και των αυστηρών απολυτοτήτων τους, μια δικανική διαμάχη με αδιάσειστα επιχειρήματα των συνηγόρων και ή και αυτή ακόμη τη βεβαιότητα της ύπαρξης του ανώτερου όντος, από το σύνολο των πιστών που ακολουθεί την πομπή. #Το σύμπαν είναι τόσο μεγάλο που (δεν) το χωράει ο νους …

19/20 κείμενα για την αφαλάτωση – υπενωμοτάρχης

photo: Robert Doisneau
African Games
1945
© Atelier Robert Doisneau, 2016

εγκιβωτισμός XIV/ Ιερώνυμος Μπος

Το Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, συναντήθηκε ξανά με εκείνο το όνειρο: την ανάβαση του λόφου μες στη νύχτα, ενώ ήταν γυμνός και τα πέλματά του βούλιαζαν ενοχλητικά και επίμονα στη διψασμένη λάσπη. Ανεβαίνοντας με ταχύ ρυθμό, και ενώ του φαινόταν ότι πλάταινε το σκοτάδι σε κάθε μικρή στάση για αναπνοή, παρατήρησε ότι οι φωτιές στην κοιλάδα από κάτω δεν ήταν διάχυτες παρά εντοπισμένες σε κάποιες περιοχές, πες καμιά δεκαριά, κι ότι αν μισόκλεινες τα μάτια, ξεχώριζαν μέσα από την ομίχλη σαν πληγές πάνω στο κορμί ενός πυροβολημένου κόρακα. Τα υπόλοιπα ήταν όπως τα θυμόταν από άλλες φορές. Τα χερουβείμ με τα αντεστραμμένα φτερά, τα τομάρια των ζώων μετά την εκδορά απλωμένα στις μύγες, αρουραίοι με μπουτάκια μικρών παιδιών και κουδουνίστρες, φίδια – πέη που εισχωρούσαν σε αφράτα Ολλανδικά βυζιά, κλπ. Αυτή η εικόνα της κόλασης που ανακαλούσε, ήταν αποτέλεσμα καλλιέργειας και κλασσικής παιδείας. Γυρίζοντας την Ευρώπη, ένας μπον βιβέρ όπως παρέμενε σε όλη του τη ζωή, ένας απόλυτος μπατίρης των Τεχνών ταπεινότατης καταγωγής και με γονείς εργάτες, έκανε δουλειές του ποδαριού κι έτρωγε και την τελευταία του δεκάρα για να θαυμάζει στα μουσεία του κόσμου πχ τους Φλαμανδούς – και συγκεκριμένα τον Ιερώνυμο Μπος – και στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο (και φυσικά στο Παρίσι). Τι όμορφο που οι πίνακές του Μπος είχαν εγκαταλείψει τη σιωπηλή του αγροικία και τους ανεμόμυλους και είχαν πάρει το δρόμο της οικουμένης, ταξιδεύοντας ιλιγγιωδώς – μέσω των αυλών των φεουδαρχών -τρίζοντας και με σαράκι ληστρικό ορισμένοι, συνομιλώντας με τις γυναικείες πλάτες κάποιοι άλλοι, ιδίως τα τρίπτυχα ( σε μια λογική παραβατικότητας και ένοχου πάθους ) στοιχειώνοντας ενήλικα και ανήλικα κρεβάτια οι περισσότεροι, και στέλνοντας φορτωσιές πιστών και απελπισμένων, μα στην ουσία φοβισμένων ανθρώπων, στις εκκλησίες. Ένας ημιάγριος του Αμαζονίου – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι άνθρωποι στον πλανήτη- καθόλου δε θα μασούσε με όλο αυτό το μεσαιωνικό τσίρκο. Η κόλασή του θα ήταν μινιμαλιστική και στυφή, πχ το στομάχι μιας ανακόντας όπως θα έκλεινε σιωπηλά γύρω από κεφάλι του. Κι η χώνεψή της θα ταυτιζόταν με το γυναικείο οργασμό. Τα πράγματα για κείνον θα ήταν ξεκάθαρα. H λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης και η ερωτική έκσταση, πάντοτε ήταν ταυτόσημα σε πρωτεϊκούς πολιτισμούς, όπου ο φόβος του θανάτου ήταν ένας ακόμη φόβος, και όχι ο Απόλυτος και Κυρίαρχος. Έτσι εκείνοι οι ακαλλιέργητοι, πριν τον Κολόμβο, δεν ένιωθαν την ανάγκη να αντικαταστήσουν τους Αναρίθμητους Κατασκευασμένους Θεούς τους με τον Ένα και Μοναδικό, Αληθινό Θεό.

photo: Tod Browning (director)
Freaks (Olga Baclanova as Cleopatra after her transformation into chicken woman)
1932
Still photograph

…η ψυχή μου, για πάντα

liv-ullman-from-persona-ingmar-bergman-1966-web1.jpg        Μια ηλικιωμένη ηθοποιός, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον διευθυντή της κρατικής σκηνής, για να υποδυθεί μια νεκρή ποιήτρια μέσα σε ένα φέρετρο. Ενώ επιφυλάχτηκε ευγενικά -προς ώρας- για την απάντηση, σκεφτόταν αυτά: να υποκρίνεσαι ρόλους σε όλη σου τη ζωή, είναι αυτό ακριβώς, μια στάση ζωής και όχι βέβαια μια στάση θανάτου, που όμως – από την άλλη- είναι εξ ορισμού δεμένος με τη ζωή, ως τέλος και φυσική συνέπεια. Γιατί θα έπρεπε λοιπόν να αρνηθεί; Προσπάθησε να οπτικοποιήσει στο νου της τη σκηνή, όχι δύσκολα είναι η αλήθεια (και τη μάνα της σκεφτόταν νεκρή, και μια φίλη αδερφική, που είχε χάσει πρόσφατα από την επάρατο) όμως τα συναισθήματα που ανακαλούσε – συντριβή, ίλιγγο, μια τρύπα στο στομάχι, έναν ατέρμονο θυμό – ήταν των συγγενών και φίλων, και όχι των νεκρών (πως θα μπορούσε άλλωστε να έχουν οι νεκροί συναισθήματα;) Επομένως δεν υπήρχε κάτι να υποδυθεί, ή μάλλον υπήρχε, έπρεπε να παραστήσει το ξύλο, το ύφασμα, τα (κομμένα) λουλούδια, τα αντικείμενα, δηλαδή τη νεκρή φύση.
– Θα δεχόμουν μόνο αν ήμουν πεπεισμένη – εκ των πρoτέρων- ότι η ύπαρξη εκτείνεται πέραν τούτου του ορίου, ότι υπάρχει -τρόπον τινά- ζωή μετά, αποφάνθηκε. Να χω στο νου μου ότι, μόλις πέσει η αυλαία θα σηκωθώ και θα βαδίσω ξανά! Μίλησε στην αρχή με τον πνευματικό της – παλιό της φίλο από τη Σχολή του Κουν που με τα χρόνια, ακολούθησε έναν πολύ διαφορετικό δρόμο – που τη διαβεβαίωσε γι αυτό πέραν κάθε αμφιβολίας (άλλωστε δίχως τούτη την υπόσχεση, ποιό θα ήταν το νόημα μιας οποιασδήποτε θρησκείας έναντι ενός ενεργού ουμανισμού;) Μίλησε έπειτα με τον γιατρό της, έναν ικανό ρευματολόγο με τον οποίον ήταν συμμαθητές από το Γυμνάσιο. Της είπε: – Μηλίτσα μου, αν δεν υπάρχει – ένα αξιοπρεπές – μετά, ποιος ο λόγος να υπομένουμε όλα αυτά; (εννοώντας διακριτικά τα ρευματικά της, τους πόνους στις αρθρώσεις και τη δυσκαμψία, που την ταλαιπωρούσαν όλο και περισσότερο μετά την εμμηνόπαυση.) Ο σύζυγός της, κατηγορηματικά αντίθετος, την προέτρεψε να δεχθεί μια άλλη πρόταση: να κάνει για μια ακόμη φορά την Μπλανς Ντυμπουά, ρόλο που της προσέφερε ένας νεαρός ταλαντούχος σκηνοθέτης, που σκηνοθετούσε τα κλασσικά έργα, πρωτοποριακά. Με πίκρα εκείνη διαπίστωσε ότι, όσο κι αν καλοκρατιόταν, πήγαιναν 25 χρόνια από την τελευταία φορά που έπαιξε την Μπλανς, στο «Λεωφορείο ο Πόθος». Παρόλα αυτά, αποδέχτηκε την πρόταση – της άρεσε να το βλέπει σαν μια νίκη του Έρωτα επί του Θανάτου – αρνούμενη την νεκρή ποιήτρια και τα διλλήματά της. Έκαμε έτσι ξανά, ακόμη μια μεγάλη θεατρική επιτυχία.
Μερικά χρόνια αργότερα (όχι και πολλά) σε ένα παρεκκλήσι του πρώτου νεκροταφείου, κι ενώ η σωρός της εκτίθετο «δια τελευταίον ασπασμόν», «αντιλήφθηκε» το κοσμικό της εναιώρημα σαν μια πηχτή μάκα λάσπης μέσα σε ένα διαυγές, χρυσόχροο υγρό (σαν μια καλλιέργεια ούρων, πες, για την διάγνωση κάποιας ουρολοίμωξης.) Δύο πράγματα συνειδητοποίησε μεμιάς: α) Τι κρίμα που είχε αρνηθεί εκείνο το ρόλο της ποιήτριας! Θα είχε την ευκαιρία να μελετήσει περισσότερο επί του θέματος και να’ ναι τώρα προετοιμασμένη! και β) Ο κόσμος γύρω, της φαινόταν ασφυκτικά καθαρός και ευωδιαστός, όμως εκείνη «αισθανόταν» βρώμικη. Για αυτό και – παραμερίζοντας, παιδιά, εγγόνια, τη νύφη της που μυξόκλαιγε ψεύτικα, και το σύζυγο, που έδειχνε πραγματικά συντετριμμένος – αγωνίστηκε να ελέγξει και να οδηγήσει την εκτοπλασματική ουσία της προς τη θάλασσα (επιθυμώντας να αποδεχθεί την πύκνωση της αρμύρας, σε ένα λειτουργικό σώμα – αντικαταστάτη, και το βαρύ νερό ως ένα σαρκικό καθαρτήριο). Θλιβερό, που ενόσω άπλωνε τη μεμβράνη της στο μόλο, δίπλα στη βαρκούλα «Στεναγμός», ένα κοπάδι αφρόψαρα την διεμβόλισε, διαρρηγνύοντας αμετάκλητα τη συμπάγειά της, στέλνοντας τις συνάψεις της να ζευγαρώσουν για πάντα με το εποχικό πλαγκτόν.

“The rest of my days I’m going to spend on the sea. And when I die, I’m going to die on the sea. You know what I shall die of? I shall die of eating an unwashed grape. One day out on the ocean I will die–with my hand in the hand of some nice looking ship’s doctor, a very young one with a small blond moustache and a big silver watch. «Poor lady,» they’ll say, «The quinine did her no good. That unwashed grape has transported her soul to heaven.”  – Blanche DuBois
― Tennessee Williams, A Streetcar Named Desire

photo: Liv Ullman in Persona (detail)
1966
Director: Ingmar Bergman
Silver gelatin print

Μπάσης και στροφορμή

 

nugent-drawing-gumby-web

Ενώ κατερχόταν από την πλαγιά του Λόφου των Αξιωματικών, η ημιξεφούσκωτη λαστιχένια μπάλα, ακουγόταν ένα πλαφ πλαφ κάθε που έβρισκε λακκούβες με νερό, και άλλαζε κατεύθυνση, διατηρώντας πάντα την τροχιά της παραβολική, αλλά με βεληνεκή, που γίνονταν όλο και μεγαλύτερα, σαν όροι μιας αύξουσας γεωμετρικής προόδου. Ο ιδιοκτήτης της, Λαζάρου Αναστάσιος του Νικόλαου, απόλυτος φύτουλας και παππαδάκι, με γυαλιά σαν του Ωνάση κι ένα φρέσκο σπυράκι στο μεσόφρυδο, έχοντας προσφάτως συνέλθει από την καθημερινή πρωινή, αμαρτωλή του δραστηριότητα, στεκόταν στην κορφή απελπισμένος και έβριζε μέσα του, θεούς και δαίμονες, που μια φορά είπε να δοκιμάσει μια κατεβασιά μόνος του, και του πήρε ο διάολος και η βαρύτητα την μπάλα, οι δε οδηγοί των διερχόμενων οχημάτων έβριζαν τον ίδιο που έχασκε σαν χάνος στη μέση του δρόμου. Η μπάλα ενώ, σχεδόν μαγικά, την έβγαζε καθαρή σε κάθε διασταύρωση, στην προτελευταία πριν τη λεωφόρο, αλλάζοντας αλγόριθμο με μια εντυπωσιακή γκέλα στο αριστερό πεζοδρόμιο,  σχεδόν υπερπήδησε ένα φορτηγό ψυγείο με σκανδιναβικούς μπακαλιάρους που είχε αρχίσει διαδικασίες παρκαρίσματος, αν και τελικώς δεν τα κατάφερε, αφού βρήκε ξυστά στη θυρίδα του εξαερισμού, ανακόπηκε η ορμή της και κατευθύνθηκε  προς μια γύφτικη τέντα στο εγκαταλελειμμένο αγκιναροχώραφο του Μπούρχα, όπου και προσέκρουσε γλιστρώντας κατά μήκος του μουσαμά με έναν ήχο απόλυτης εγκατάλειψης και στωικότητας που δεν θα τον περίμενε κανείς από μια τέτοια λαϊκή μπάλα (κρίνοντας από το χρυσαφί της χρώμα, με τις φούξια λεπτομέρειες) Φαίνεται πως η φιλοσοφική αναζήτηση του «είναι και του γίγνεσθαι» πυροδοτείται στα θεμελιώδη ερωτήματα περί ζωής και θανάτου,  ακόμη και για τα άψυχα αντικείμενα. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η στροφή προς τους στωικούς από την πλευρά της μπάλας, ακριβώς την στιγμή που εξερχόταν από την τέντα ένας δίμετρος γύφτος με τσιγκελωτό μουστάκι και γυμνό στέρνο φορτωμένο χρυσές καδένες,  που απολάμβανε προφανώς την μεσημεριανή του κυριακάτικη ραστώνη, την ώρα που τον λάπαξε η μπάλα κατά την σύγκρουσή της με την τέντα. Κραδαίνοντας ένα επαγγελματικό ξυράφι ξυρίσματος, δίκαμο με αλαβάστρινη λαβή, που θα το ζήλευε κάθε αξιοπρεπής μπαρμπέρης, μακέλεψε την μπάλα με δύο ξυραφιές και την έστειλε στην αιωνιότητα, να συναντήσει τους στωικούς, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε μανιασμένα να βρει τον μπάσταρδο ιδιοκτήτη. Η ματαιότητα, η συνθήκη της απώλειας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησαν συγχρόνως για τον Τασούλη, ο οποίος δίχως δεύτερη σκέψη,  άρχιζε να σφυρίζει, κάνοντας πως κοιτάει αδιάφορα προς το όρος Αιγάλεω, με τα χέρια στις τσέπες.   Την ίδια στιγμή το φορτηγό με τους μπακαλιάρους, κι ενώ ο οδηγός τραβούσε χειρόφρενο,  έβγαλε έναν ανατριχιαστικό ήχο σαν μπουρού ψαρόβαρκας ενισχυμένη από μια υπερκόσμια μικροφωνική, και το νορβηγικό αλιευτικό που ήταν ζωγραφισμένο στο πλάι του, φάνηκε να χώνεται με την πρύμνη  στο φιλόξενο φιόρδ,  διαταράσσοντας την αντανάκλαση του φεγγαριού στο νερό. Από την τέντα πρόβαλε μια έφηβη γυφτοπούλα σαν σταχτί ελάφι με ένα μίνι τσιτάκι δύο νούμερα πιο στενό της, στα χρώματα της μπάλας.  Τα μάτια της που έπεσαν κατευθείαν στον αυτουργό, είχαν περίεργη επίδραση πάνω του: πρώτα άναψαν τα μάγουλά του, έπειτα άρχισε να παλαντζάρει επικίνδυνα, τέλος πεδικλώθηκε άγαρμπα κι άρχισε να κουτρουβαλάει κι αυτός το λόφο, όπως η μπάλα, δίχως γκέλες και βεληνεκή, προς την κατεύθυνση του θεϊκού οράματος. Ενώ γυρόφερνε αιτιοκρατικά και η γωνιακή του ταχύτητα αυξανόταν σκέφτηκε πως α) αν ήταν χορευτής στον πάγο, θα άνοιγε τα χέρια του για να αυξηθεί η ροπή αδράνειας και να μειωθεί η ταχύτητα, ώστε να διατηρηθεί η στροφορμή, β) ούτε στον πάγο ήταν, ούτε χορευτής, ούτε η συνισταμένη των ροπών ήταν μηδενική, άρα μάλλον θα κατέληγε να τον πατήσει κάποιο αμάξι, ή στην καλύτερη να τον μαυρίσει στο ξύλο ο μπαμπάς της Ποκαχόντας, και γ) όπως και να χε, είχε μόλις ερωτευτεί,  κι είχε όλη τη ζωή μπροστά του να το απολαύσει! Μέχρι να ολοκληρώσει το συλλογισμό είχε κιόλας βρει στα λάστιχα του φορτηγού από το κόκπιτ του οποίου ακουγόταν μια σύνθεση του Νικολόπουλου, που τραγουδούσε ο Μπάσης: καράβι το φεγγάρι, στο σώμα κύλησε… Καθώς βυθίζονταν εκστατικός στη χαύνωση του έρωτά του – τόσο που νόμιζε ότι το τραγούδι ακουγόταν για αυτόν – και όντας σχεδόν τυφλός, αφού τα γυαλιά έσπασαν στην πρώτη λακκούβα-  ίσα που αισθάνθηκε τη λωρίδα του γύφτου που τον περιέλαβε σαν μπακαλιάρο κάτω από το βόρειο σέλας, και μέσα σε ένα πεντάλεπτο τον είχε κάνει παστό δίχως το αλάτι.

σκίτσο: Richard Bruce Nugent
Drawing from Alexander Gumby’s scrapbook
1920s
Ink on paper Alexander Gumby Collection of Negroiana, Rare Book and Manuscript Library, Columbia University

Βέμπο/Πειραιώς

4708-007-webΝύχτωνε, κι ενώ κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο, κι άφηνε τα αυτιά της να μουλιάσουν στο συνεχές βουητό από την κίνηση της Πειραιώς, παρατήρησε πώς επέπλεε το σκοτάδι στα κίτρινα φώτα της πόλης, σαν ένα βέλος με θάνατο που μουτζουρώνει μια παιδική ζωγραφιά. Αυτή η αντίθεση της φαινόταν σαφώς πιο εξορθολογισμένη, από το απλοϊκό κοντράστ λευκού μαύρου, κυρίαρχο πλέον εργαλείο, σε ένα εξαιρετικά σύνθετο σύμπαν, γεμάτο επίπεδους ανθρώπους. Είδε ένα μηχανάκι που πλησίαζε το φανάρι, δίχως να κόβει καθόλου ταχύτητα, ενώ ταυτόχρονα το τρόλεϊ που έστριβε, παρήγαγε έναν κραδασμό πάνω στα τεντωμένα νεύρα της πόλης που το πότιζαν ηλεκτρισμό, και μια αγέλη από 5-6 αδέσποτα, γρύλιζε με σηκωμένη τρίχα προς τον υπόνομο. Κάποιον αρουραίο έχοντας κεντράρει προφανώς. Άφησε το σύμπαν ελεύθερο. Το μηχανάκι να πλαγιολισθήσει οριακά προς το τρόλεϊ, μα ο οδηγός να το μαζέψει την τελευταία στιγμή και τους μούργους να μουντάρουν το ποντίκι. Τα δονούμενα καλώδια να τη μαχαιρώσουν με νοσταλγία, τα κίτρινα φώτα να την φωτίσουν τρυφερά. Ένα κομμάτι από το σκοτάδι της πόλης, όπως ήταν κι αυτή. Ενώ γύριζε στην γκαλερί αγγίζοντας ελαφρά τον τοίχο, κι ενώ σκεφτόταν αν έκαναν σωστά που εμφάνισαν την παλιά λιθοδομή, από την εποχή του κλωστοϋφαντουργείου, είδε μέσα από το αίθριο, μπροστά από την εγκατάσταση της Αλεξίου, μια κοπέλα με μαντίλα να βαδίζει σταθερά προς τη τζαμαρία. Από πίσω ακουγόταν το βουητό από το γραμμόφωνο που έπαιζε συνεχώς τις κενές αύλακες της 78άρας πλάκας. Αυτό ήταν και το νόημα: Ένα γραμμόφωνο που παίζει μια κενή εγγραφή, ένα σχόλιο για τις κενές ζωές των εργατριών της βιοτεχνίας, ζωές δίχως γεύση, στοιχειωμένες από το δωδεκάωρο, καθημερινό κυνήγι του επιούσιου. Και ο αργαλειός, και τα λανάρια κι ο μηχανισμός που πηγαινόφερνε το στημόνι αυτόματα, κι έπλεκε κουρελούδες, με ακούραστη επιμονή, σαν ένα χαλασμένο παιγνίδι που περιμένει να μείνει από μπαταρία. Ένα απλό, μα ισχυρό εννοιολογικό έργο. Άρεσε στο κοινό, νεαρά ζευγάρια κυρίως ή κοριτσοπαρέες, που εύκολα ταυτίζονταν με την κεντρική σύλληψη της εγκατάστασης. Μια έξυπνη οπτικοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας των αγορών, με αναφορά στην ιστορική υπόσταση του καπιταλισμού όπως διαμορφώθηκε κατά τη βιομηχανική επανάσταση. Το όλον αποκαλυπτόταν με νοητικά άλματα ως ένα βαμπίρ 200 ετών που φανερώνει το γερασμένο του πρόσωπο για πρώτη φορά, καθώς στρέφει για να επιτεθεί. Και οι θεατές ήταν – και μεταφορικά, μα και πολύ περισσότερο, κατ’ ουσία- οι θλιβεροί μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης. Η κοπέλα μόλις έφτασε στην εγκατάσταση, έλυσε τα μαλλιά, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε μπροστά στον αργαλειό. Ήταν μουσουλμάνα; Ήταν κάποια από τους ναυαγούς πρόσφυγες από τη Συρία, που είχαν κατασκηνώσει στο Σύνταγμα; Πώς μπήκε, δίχως να την αντιληφθεί; Δεν κατάλαβε. Μόνο τη στιγμή που έκανε να της φωνάξει, ένιωσε να τη σαρώνει όλη η κούραση της μέρας με μιας, και τα πόδια της να γίνονται σαν από λάστιχο. Και τα χείλη της, ξερά. Και το στομάχι της το άκουσε να γουργουρίζει. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα, μες στην ένταση και την αγωνία να στηθούν τα έργα. Και σωριάστηκε στον καναπέ, σχεδόν με ανακούφιση. Όταν συνήλθε σαν από βαθύ ύπνο, τα μάτια της έκαιγαν λες και τα έτριβε όλο το βράδυ. Η κίνηση στην Πειραιώς, είχε πλέον σιγάσει, θα πρέπει να κόντευαν μεσάνυχτα. Η κοπέλα είχε χαθεί. Στην κουρελού, που είχε σταματήσει να αυτοπλέκεται, φαινόταν καθαρά μια σύνθεση με ένα μηχανάκι, ένα τρόλεϊ και μια αγέλη σκύλων. Στην πάνω δεξιά γωνία ακουμπισμένη σε ένα στύλο της ΔΕΗ, κάπνιζε εκείνη αμέριμνη. Το ένα της μάγουλο ήταν κίτρινο. Το άλλο μαύρο. Το γραμμόφωνο έπαιζε στην εκτέλεση της Βέμπο: » – Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα»

από τη συλλογή διηγημάτων «λαϊκά»

photo: Barbara Kruger
Untitled (We have received orders not to move)
1982
Photographic collage
Overall: 177.17 x 120.65 cm (69 3/4 x 47 1/2 in.)
Susan Bay-Nimoy and Leonard Nimoy
Courtesy: Mary Boone Gallery, New York
© Barbara Kruger
Photo: courtesy Mary Boone Gallery, New York

η εμπειρική πρόσληψη/ θεός αν είναι

jessica-todd-harper-self-portrait-with-marshall-2008-web

Σε μια κυριακάτικη λειτουργία που συμβαίνει σε κάποιο ναό, μεγάλης ενορίας, ενώ οι ιερείς, εκτελούν χειρονομίες, σχηματοποιώντας τους υποδοχείς δικτύου – σταυρούς, λάβαρα, εξαπτέρυγα, κλπ- η αυστηρή και πυκνή θεϊκή ουσία κατευθύνεται προς την απλοϊκή συνείδηση των πιστών που περιμένει αδρανής και παθητική. Το ποίμνιο κοινωνεί αυτή τη ροή ανάμεσα στους υποδοχείς, και τη μετουσιώνει σε πεποίθηση, οι ιερείς λειτουργούν μόνο ως πεπεισμένοι (δίχως ίχνος αμφιβολίας θέλω να πω), και γενικά το όλον, ακροβατεί πάνω στην ιδέα μιας βεβαιότητας: της ύπαρξης ενός αιώνιου (βασιλικής υπόστασης και λειτουργικότητας) όντος που περιέχει όλους τους χρόνους και όλους τους τόπους. Στην πράξη μια ευκτική αναδύεται μέσα από όλα αυτά: η θέωση θα συμβεί με την καταστολή της ιδιαιτερότητας, είθε, λοιπόν, να καταρρεύσουν οι αντιστάσεις του (γήινου) εαυτού έναντι της ομοιομορφίας του αιθέριου και κοινωνούντος υπερσυνόλου. Την ίδια στιγμή, οι έφηβοι του εκκλησιάσματος, ζαλίζονται από τη θερμότητα της σάρκας τους και τα μάτια τους δακρύζουν (όχι από το λιβάνι). Ορισμένοι μεσήλικες, σκέφτονται αποκλειστικά την παγιδευμένη ζωή τους, και έναν καυγά που είχαν τις προάλλες στη δουλειά με τη νεαρή συνάδελφο (που όμως έχει τόσο όμορφα πόδια). Μια γιαγιά που γέρασε μες στο κουτσομπολιό και το φαρμάκι, αναγουλιάζει με τους βρωμιάρηδες που έχουν μαζευτεί στα σκαλιά του ναού, το πιθανότερο αλλόθρησκοι. Δυο νεαροί γονείς, ενώ μετατοπίζουν το βάρος του μωρού ανά πεντάλεπτο, ανασκοπούν προβάροντας τις λεπτομέρειες κάποιου μυστηρίου, όπου πρωταγωνιστούν ή συμμετέχουν, και αναρωτιούνται από ποιο μαγαζί θα ήταν πιο συμφέρουσες οι αγορές τους. Ένας επαγγελματίας φωτογράφος στο βάθος, μετράει τα επίπεδα του λευκού, και δοκιμάζει ένας φλας διάχυσης. Μια σειρά συγγενών μνημοσύνων, ειδικά των προσφάτων θανάτων, βουρκώνουν κοιτώντας την φωτογραφία του εκλιπόντος, και δεν μπορούν να χωρέσουν στο μυαλό τους, το μέγεθος της αδικίας που συνεπάγεται η απώλεια. Και οι ίδιοι οι νεκροί, με λαμπερό κι ευδιάκριτο περίγραμμα, ενώ βαδίζουν σαστισμένοι μες στο πλήθος – άλλοτε χιονίζοντας μια άγνωστη γυναικεία πλάτη, άλλοτε έναν κουκουλωμένο γέροντα, παιδικό τους φίλο από το σχολείο και συναγωνιστή που δεν τον αναγνωρίζουν πια- τους είναι αδύνατο να αντιληφθούν, που βρίσκεται επιτέλους το σώμα τους και σε τίνος το μνημόσυνο παρευρίσκονται.

julie-blackmon-time-out-2005-web

photos:

Jessica Todd Harper
Self Portrait with Marshall
2008
Archival pigment print
Courtesy of the artist and Rick Wester Fine Art, New York City
© Jessica Todd Harper

Julie Blackmon
Time Out
2005
Archival pigment print
Courtesy of the artist and Robert Mann Gallery, New York City
© Julie Blackmon