προσχέδιο/8. μέχρι το Πάσχα

1011709_10151686277373874_306862204_n

Νύχτα Κυριακής. Το πρωί πήγε στην εκκλησιά κάθισε πίσω απ’ τα μανουάλια στον πρόναο. Τώρα που νύχτωσε ακόμα του φαίνεται ότι ανιχνεύει την τσίκνα των κεριών στα ρουθούνια του, την ευλογημένη τους σκοτεινή μυσταγωγία. Παίζει ένα παιγνίδι με τον άλλο… Στέκεται ακίνητος και τον παρατηρεί πόσο σιμά του θα φτάσει. Μερικές φορές αυτός φτάνει πιο γρήγορα. Του φαίνεται λαχανιασμένος. Άλλες φορές τον προλαβαίνει, και τον περιμένει πίσω από κάποιο χαγιάτι μες στο παχύ σκοτάδι. Άλλοτε ακούει τα βήματά του, άλλοτε πάλι όχι. Την αγαπάει τη συντροφιά του, αλλά και τη μισεί. Τον ενοχλεί να τον βλέπει να παίζει όλες εκείνες τις νεορομαντικές φλυαρίες, να γέρνει θεατρικά στο ένα πλευρό, να παφλάζει το κεφάλι του σαν το κύμα που προσπαθεί να βρέξει τους γλάρους, να υψώνει το δεξί σα μεθυσμένο ρόπτρο και να το τινάζει ξερά στα πλήκτρα, έπειτα να τα χαϊδεύει απαλά σα να ψαλιδίζει τίποτα χερουβείμ σε σχολική γιορτή σε γκοφρέ χαρτόνια. Τον ενοχλεί που σηκώνεται χαράματα και ψήνει τον καφέ απευθείας στη νυχτερινή θράκα χωρίς να αναδαυλίσει. Που σηκώνεται έξαλλος με την κύστη του έτοιμη να εκραγεί από το κάτουρο και τρέχει στο μέρος. Που στο βαθύ προϋπνιο του, πετάγεται από το ροχαλητό σαν αμαξοστοιχία που τροχοδρομεί στο σταθμό φρενάροντας. Αλλά όταν μετρήσει τα κομμάτια του κι εκείνος κρυφτεί, τα βρίσκει πάντοτε λειψά… Έτσι είναι…Πρέπει να τον δεχτεί. Να τον καθίζει στο τραπέζι του, να του γυρίζει που και που καμιά κουβέντα. Να μοιράζεται τη σκέψη του και καμιά φορά τον πόθο του και την αδημονή του. Με δυο λόγια μέχρι το Πάσχα, πρέπει να κάνει το κορόιδο. Μετά τα λέμε…

φωτο: Nickolas Muray – Portrait of Dancer Mikhail Mordkin, c.1924.

Advertisements

προσχέδιο/7. μάρμαρο

1010896_10151686247858874_373170022_n

…Όταν μπαίνει η αδελφή της στο δωμάτιο, ακολουθεί μια γραμμή που φυτεύει στα σπλάχνα του σπιτιού αυτός ο ήλιος. Έχει μόλις λουστεί κι ανεμίζει τα πυρά μαλλιά της μοιράζοντας, λεβάντα και πράσινο σαπούνι, σε κάθε βήμα. Την αγκαλιάζει απαλά γύρω από τους ώμους και της αφήνει ένα δροσερό φιλί στο λαιμό, αισθάνεται να την σαρώνει μια μητρική συναίσθηση, αρκετά κοντά στην ηλικία της και αρκετά μακριά από την αδελφική αγάπη. Είναι έτοιμη να κάνει δικά της παιδιά; Η Φωτεινούλα ακροβολίζεται απέναντι μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
« -Τι είναι καλό μου; Τέλειωσες; Ούτε με φώναξες να σε ξεπλύνω.»
«- Βρε είμαι ολόκληρη γυναίκα πια τι με περνάς; Για κοίτα…» Κι ελευθερώνει μέσα απ’ το μπουρνούζι της ένα βαρύ και μεστό στήθος σαν αναγεννησιακή κρήνη, με σκληρές ροζ θηλές. Ένα γλυπτό προμαχώνα καμωμένο από μυρωδάτο μάρμαρο.
«- Για σκεπάσου σε παρακαλώ που πήρες θάρρος και νομίζεις ότι έγινες γυναίκα! Έτσι είναι οι γυναίκες;»
Κι αρχίζει να τη γαργαλάει μέχρι τελικής πτώσεως. Ο παγωμένος βοριάς παγιδεύει τα γέλια τους και τα ολισθαίνει σε ολόκληρο το χωριό. Ακούει η Ελευθερία στο φούρνο του Μουζέλη και χαμογελάει. Ακούει ο Καμπούρης στο παντοπωλείο, ξαφνιάζεται και μετά καταλαβαίνει. Ακούει αυτός την ώρα που είναι έτοιμος να πατήσει μια σι ύφεση ελαττωμένης ενάτης. Αλλάζει τα δάχτυλα του αριστερού χεριού και φτιάχνει μια ελαττωμένης πέμπτης…

φωτο: Jindrich Hatlak – Nude, 1930s

προσχέδιο/6.γωνιά

968772_10151686314858874_458652099_n

Ο αντίλαλος ακουγόταν διάχυτος στον ξινό αέρα. Ασταμάτητα ανεβοκατέβαινε κλίμακες κοφτά, χωρίς κλαπέτο. Ενίοτε το γύριζε σε μαζούρκες και σπουδές. Όλο το χωριό ήταν χτισμένο στην ανωφέρεια ενός βράχου. Το νερό το χαράκωνε σα βούτυρο και το πότιζε σαν κυκλάμινο. Στα ριζά του βράχου, στην ευθεία κάτω από το δίπατο του Παναγόπουλου που δέσποζε στην κορφή, όπου μαζεύονταν πευκοβελόνες, ρετσίνια και η ξέπνοη ανοιξιάτικη γύρη, είχε χτίσει το γιατάκι του, σα με σάλιο, σα χελιδονοφωλιά.. Δεν τον ένοιαζε που μούλιαζε όλο το χειμώνα. Τον ενδιέφερε που δεν έφτανε ο άνεμος ως εκεί κάτω. Δεν άντεχε το σφύριγμα του σαν της καυλωμένης οχιάς…
φωτο: Elijah Gowin – Great Grandmother’s Bed, 1998, from the series Hymnal of Dreams

προσχέδιο/5. κοντά τα χέρια

942932_10151686331888874_1116213675_n

Το πιάνο το έσυρε πάνω σε μια πλατφόρμα μοναχός. Δε ζήτησε από κανένα βοήθεια, αλλά και κανείς δεν του πρόσφερε. Τα πιτσιρίκια τον χάζευαν σα σαστισμένα αετόπουλα, με το ράμφος μισάνοιχτο. Η Εριέττα την ώρα αυτή έπλεκε ένα καλάθι, γδάρθηκε και της χώθηκε μια σκλήθρα στον αντίχειρα, μα μόλις τον είδε απόμεινε βουβή. Ούτε να πονέσει δεν ήθελε. Τι ήταν; Το πρόσωπό του λιπόσαρκο χωρίς μάγουλα, γωνιώδες. Τα μαλλιά του άστραφταν στο ήλιο κατάμαυρα, απίθανα μακριά και στις άκρες μπούκλωναν σε αμέτρητους βοστρύχους. Φορούσε ένα άκαιρο μαύρο ημίπαλτο. Φορούσε ένα παντελόνι παραλλαγής και κοντές στρατιωτικές αρβύλες. Έφτασε στα ριζά του βράχου και απέθεσε το πιάνο με δυσκολία. Ξετύλιξε ένα μουσαμά που είχε περασμένο στην πλάτη του, το σκέπασε και μόλις το σιγούρεψε, γύρισε και τους έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: Κοντά τα χέρια σας!. Έπειτα γύρισε και κατευθύνθηκε προς την αγορά και τα καφενεία.
φωτο: Sarah Lycksten – The watcher

προσχέδιο/4. η δασκάλα

971467_10151663834348874_1436904817_n

Τέσσερα μερόνυχτα αφότου τον είδε, δεν μπορεί να το βγάλει από την άκρη του μυαλού . Ούτε και των ματιών. Στιγμές στιγμές γυρίζει ξαφνιασμένη από τον αέρα του ή από τη σκιά του και διαπιστώνει πως είναι κάποιο αγριοπερίστερο η μια σβουριξιά παγωμένου αέρα που ξαφρίζει το χιόνι από τις λεύκες. Ποιος είναι; Τι είναι; Η μάνα της τής μιλάει κι είναι σα να μιλάει απ’ ένα ανάστροφο χωνί. Η Γιώτα της μιλάει και μοιάζει να την ακούει όπως όταν ήταν στο Τορόντο, και της εύχεται καλά Χριστούγεννα από το μαγνητικό του καφενείου. « -Εριέττα; Η Γιώτα από τον Καναδά είναι, μίλα…» Δώδεκα τηλέφωνα στο χωριό, το πρώτο μπήκε στο δικό τους νοικοκυριό. Τέσσερα ραδιόφωνα, το δικό τους το καλύτερο, Φίλιπς. Όλοι με γκαζόλαμπες, εκείνοι οι πρώτοι με γεννήτρια, άφηναν αναμμένους του πολυελαίους στη σάλα μέχρι της εννιά το καταχείμωνο. Αστραποβολούσε η δημοσιά και μάκραιναν οι πυγολαμπίδες, μιλιούνια τα κουνούπια το καλοκαίρι ως τις έντεκα. Μετά που πέθανε ο πατέρας της άρχισε να σβήνει τις λάμπες από νωρίς. Στην αρχή έσβηνε τις μισές, έπειτα δεν τις άναβε καθόλου. Τώρα μονάχα στο δωμάτιό της, ένα γυριστό λαμπατέρ από Φαγιάνς που της το είχε φέρει απ΄ το Παρίσι εκείνο τον καταραμένο Μάρτη…Έπειτα, όλοι είχαν τώρα πια ηλεκτρικό…Άκουσε ότι είναι μουσικός. Από πού; Δε θυμάται. Μάλλον πως τον άκουσε να παίζει και το συμπέρανε. Μάλλον πως τον είδε να σέρνει μόνος το πιάνο του και το ευχήθηκε. Θα μπορούσε να υπάρχει αυτή η φωτιά σε τούτο το μέρος; Ένας μουσικός; Το πρωί στο σχολείο βάζει τα παιδιά στη γραμμή, τα στοιχίζει, τι είναι όλα τούτα τα παιδιά και πως μαζεύτηκαν σα χελιδόνια κάτω απ’ τα λόγια της; Θα περάσει όλη της τη ζωή να αναρωτιέται αυτό ή το άλλο; Τα παιδιά τουρτουρίζουν στο προαύλιο σα προβατίνες μετά το άρμεγμα, χουχουλιάζουν τα χέρια τους, στα μάτια τους γυαλίζουν οι μεγάλες πόλεις που τα περιμένουν: Στουτγάρδη, Μόναχο, Τορόντο, Αστόρια, Αδελαϊδα, Μελβούρνη. Χαϊδεύουν τα σκαριφήματα στους παγκόσμιους Άτλαντες, και ήδη βαδίζουν στις λεωφόρους με ακριβά σκαρπίνια, πίνουν μαύρο τσάι σε γραφικά καφέ, οδηγούν γυαλιστερά αμερικάνικα αμάξια με χρωμιωμένους προφυλακτήρες. Τυλίγονται σε ακριβά κασμίρια κι αναπνέουν το ξένο χιόνι με απόλαυση. Το βράδυ ξεκουράζονται χαζεύοντας σ’ έγχρωμες τηλεοράσεις δροσερά ημίγυμνα κορίτσια γεμάτα στρας και παγιέτες και πούλιες κι αφράτη σάρκα. Τις Κυριακές προσεύχονται σε ορθόδοξες εκκλησιές, που είναι χτισμένες με δωρεές τους. Την τελευταία Παρασκευή κάθε μήνα αποστέλλουν εμβάσματα από τις Τράπεζες στη γριά μάνα τους και στις αδελφές τους. Ένα τακτοποιημένο εμιγκρέδικο ηλιακό σύστημα με δεκάδες πλανήτες που περιστρέφονται αργά γύρω από ένα σαρκοβόρο υπέρλαμπρο ήλιο…

 Προσχέδιο/4. Η δασκάλα

φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, 1947

 

Προσχέδιο/3. σατανάς

gm_35044401-web

Τα μεσάνυχτα φανερώθηκε μέσα από καπνούς να υπερίπταται πάνω από τον Άι Γιάννη. Κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα ματωμένο εγχειρίδιο. Πίσω του αχός και καταχνιά. Σκοτάδι και λαμπύριζε. Ακίνητος και πέταγε. Έκοβε τον αέρα λάμνοντας, νυχτερίδα γυαλισμένη στο αίμα του προβάτου. Αρετήηη, φώναζε… σε σκότωσα παλιοπουτάνα…Αρετήηη…Παγώνανε τα χόρτα απ’ την κραυγή και θρυμματίζονταν. Ξεμεριάζονταν οι αρούρηδες και τρύπωναν στα λαγούμια τους χεσμένοι. Αρετήηη… Δυό πιτσιρίκια πέτρωσαν στον τόπο σαν τον αντίκρισαν. Ο Λευτεράκης πρώτος, έπειτα ο Ανέστης. Κρέμασε το σαγόνι τους κι έχασκε σα σπηλιά. Στα πέδιλά τους συγκεντρώθηκε ζεστό κάτουρο, λιμνούλα. Στρίψανε επιτόπου κι αρχίσανε ξέφρενα να τρέχουνε προς το νεκροταφείο, γλιστρώντας και στραβοπατώντας σα κατσίκια…Κι ας πήγαινε καλιά της κι η Φωτεινή και τα γυμνά μεριά της και τα στήθια της, που παραφύλαγαν να τα χαζέψουνε απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο. Ετούτος ήταν σατανάς…

photo: Chris McCaw (American, born 1971)
Sunburned GSP #555 (San Francisco Bay)
2012
Gelatin silver paper negative
Image: 20.3 x 25.4 cm (8 x 10 in.)
Courtesy of Stephen Wirtz Gallery San Francisco
© Chris McCaw

Προσχέδιο/2. ένα χιονισμένο λιβάδι

exhi037209_web2

Ποιος ήτανε αυτός; τον ρωτάει η παπαδιά του. Η παπαδιά λουσμένη στο φως ενός λαμπατέρ, προσπαθεί να κεντήσει. Για ποιον τα φτιάχνει όλα αυτά τα κεντήματα; Δεν έχει καταλάβει, εικοσιπέντε χρόνια τώρα. Στέκεται και την παρατηρεί ξαφνιασμένος, σα να μην περίμενε να του γίνει μια τέτοια ερώτηση.

«-Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω. Ήρθε το πρωί, δεν άκουσες; Όλο το χωριό το συζητάει. Ήθελε να του αγιάσω τα θεμέλια.»

«- Δεν έχω δει αγιασμό νυχτιάτικα. Δεν μπορούσε να περιμένει το χάραμα, πριν τον όρθρο;»

«- Εδώ ήσουν, τον άκουσες.»

Την άφησε στη σάλα να μουρμουρίζει. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα κι άρχισε να γδύνεται. Πρώτα το καλυμμαύκι, έπειτα το ράσο, τέλος τη φανέλα του και τη χοντρή τρίχινη σκελέα. Απέμεινε γυμνός να χαζεύει τις γκρίζες τρίχες της κοιλιάς του που χαμήλωναν γρήγορα προς τα αχαμνά του, σαν προέκταση της γενειάδας του. Ενώ ήξερε πως δεν είναι έτσι, προς στιγμήν είχε την εντύπωση ότι το πέος του φύτρωνε κατευθείαν από τη γενειάδα του. Του έριξε άλλη μια στοργική ματιά γεμάτη συμπόνια, και φόρεσε γρήγορα ένα φανελένιο σώβρακο. Μερικές φορές το κορμί του το σκεφτόταν σα φυλακή. Άλλες πάλι σα χιονισμένο λιβάδι…

painting: Peter Paul Rubens and workshop (Flemish 1577-1640)
The Apostle Paul
c. 1615
Oil on wood panel
105.6 х 74.0 cm
The State Hermitage Museum, St Petersburg (Inv. no. ГЭ-489)
Acquired before 1774

προσχέδιο/ 1. το καλύβι/ αγιασμός

mkg_whenwesharemorethanever_10_photographs_hofmeister-webΤα δυό πρώτα μερόνυχτα, έφτιαξε τις σκαλωσιές. Μάζεψε ξερόκορμους από τα ρέματα, τους έδεσε με τριχιές και τους κάρφωσε στους αρμούς μ’ ατσαλόπροκες. Πολλοί θυμόνταν αργότερα πως οι σκαλωσιές φαίνονταν πολύ πιο στέρεες από το σπίτι του. Έπειτα έχτισε έναν προθάλαμο σαν πρόναο με τσιμεντόλιθους χιαστί, διπλόφαρδο, επίσης αταίριαστο με το υπόλοιπο κτίσμα, σα χρηματοκιβώτιο. Τέλος άρχισε να σκάβει θεμέλια μισό μέτρο βάθος σε σχήμα ισόπλευρου τριγώνου. Μόλις τέλειωσε, ανέβηκε στον Αι Γιάννη και βρήκε τον παπά.«- Να ΄ρθείς να αγιάσεις» του είπε. Ο παπάς μήτε τον γνώριζε, μα μήτε και ήθελε να τον μάθει. Και τον φοβότανε και τον αψηφούσε ταυτόχρονα, αλλά περίεργος δεν ήταν. «-Θα ΄ρθώ παιδί μου» του είπε, «ίσαμε το χάραμα, θα ΄μαι εκεί.» «- Τώρα να ΄ρθείς. Να μη μείνει αδιάβαστο όλη νύχτα.» Σήκωσε τον παπά άρον άρον από το τραπέζι, αλλά έγινε το δικό του. Έκανε τον αγιασμό πριν καλά καλά σουρουπώσει. Ενώ ο παπάς ράντιζε με την αλαβούτα του, σταγόνες σπίθιζαν στον αέρα με το τελευταίο φως του ήλιου σα πορτοκαλανθοί κι οι πρώτες κουκουβάγιες ξεκινούσαν τον πνιχτό τους θρήνο. Στο «Δι΄ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…» άνοιξε το πανωφόρι του και χάραξε το σύμβολο του σταυρού, βιαστικά και κοφτά, στη μέσα τσέπη. Ο παπάς στην επιστροφή αισθανόταν τον ιδρό να τρέχει στη ραχοκοκαλιά του σα φίδι…Παρότι Νοέμβρης…

Πριν τα Χριστούγεννα, κι ενώ ο τόπος γυάλιζε σκαλισμένος στον πάγο και στο χιόνι σα σουρεαλιστικό γλυπτό, είχε τελειώσει. Οι τσιμεντόλιθοι έφτιαχναν ένα τέλειο ισόπλευρο τρίγωνο με πλευρά γύρω στα έξι μέτρα. Από τη δυτική πλευρά το φως ξεγελούσε το μάτι κι έδινε την εντύπωση πως οι τοίχοι έφτιαχναν παραλληλόγραμμο. Αν το κοιτούσες όμως από την πλαγιά, δυό τρία επίπεδα κάτω,  ήταν ξεκάθαρο πως επρόκειτο για τρίγωνο. Στη μια κορυφή του, εφαπτομενικά, είχε χτίσει έναν κύβο με φάρδος περίπου το ήμισυ των πλευρών του τριγώνου.  Στο χειμωνιάτικο ουρανό, νοτισμένο σα βρεγμένο πανί, τριγύριζαν σταυραετοί σε προσεκτικές ελλειπτικές τροχιές. Βουτούσαν χαμηλά μαζεύοντας τις φτερούγες κι έπειτα άνοιγαν δυό απλωτές κι εκσφενδονίζονταν μες στα σύννεφα σαν πυρωμένα σουβλιά.  Που και που ξέκριναν στο χιόνι κανένα αρουραίο και εφορμούσαν. Δεν το σκότωναν. Το γράπωναν με τα νύχια τους και ανοίγονταν για τη φωλιά τους. Να μη δούνε άλλα μάτια το αναγκαίο φονικό.

photo: Theodor und Oscar Hofmeister
Postcards
1910s and 1920s
Silver gelatine prints
14.8 x 10.6 cm
3 Intaglio prints
14 x 8.9 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg