αλυκές

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

η πρόκα

Όλοι γερνάμε, όμως εσύ,

έτσι θα ήθελα να μεγαλώνεις:

γύρω από αυτή την πρόκα που σκουριάζει από καιρό

στο στήθος σου.

Κι όσο απλώνεσαι στο χρόνο,

τόσο να αψηφάς,

το δήγμα του σκορπιού των βράχων στο Ασπρομόντε,

τα αγριογούρουνα των Βαρδουσίων,

και κάθε χλιαρή αύρα

που στο παίζει θύελλα/

Κι όταν συντέμνεις τις τροχιές των άστρων,

να τους απαριθμείς

τις νύχτες μας στο Κρόιτσμπεργκ και στην Ούντερ ντεν Λίντεν,

σαν να ΄ταν φλοίδες πράσινο  σαπούνι/

κι εγώ να στέκω και να χτενίζω τον αφρό τους

καθώς το κενό θα καταπίνει

τη βύθιση του Ερμή στην πετσέτα του Ήλιου/

κι όλους τους συναφείς μετασχηματισμούς Γκαλιλέο.

Το ξέρω θα ‘ναι πάντα χειμώνας,

στο χώμα οι σκουρόχρωμοι σκίουροι θα

αποσυντίθενται σταθερά προς νιτρώδη/

κι όλα τα φίλια ποιήματα

θα ματώνουν καθώς θα βάλλονται

από εχθρικούς ποιητές/

κι ίσως να γίνεις ροζ και πορφυρή και άνιση

σαν καλυμνιώτικο κοράλλι σε σπηλιά/

κι η ίδια η πρόκα να ανθίσει κι αυτή

ώσπου να γίνει,

ένα ρόδο από σίδερο,

όμως σαν θα ‘μαστε μαζί,

το χρόνο λέω, μπορώ να τον σκοτώσω.

 

photo: Elliott Erwitt (American, born France 1928)
Cracked Glass with Boy, Colorado
1955, printed 1980
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Gift of Raymond W. Merritt

 

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm

Μαλανδρίνο

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα «ευλόγησον» παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου το παρήγγειλε απ’ τον κλίβανο,
Τρίτη πρωί, σιδερωμένο.
Έπειτα με είπε
Αδάμ
και με δάγκωσε,
στο δεξί πλευρό/
Τότε μόλις το πρόσεξα
που όλα τα κάγκελα,
είχαν αλλάξει
σε χαμωπούρναρα και γκορτσιές/

photo: Black And White Prison Cell, Alcatraz – San Francisco USA – Stock Photo

σιγαστήρας

Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/

Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.

Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/

*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/

photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13

ένα μονοδιάστατο κορδόνι

Αχ η νιότη!
για όσα αγόρια ξαγρύπνησαν,
αφού προσέφεραν εκείνο το λουλούδι,
τόσα κορίτσια κοιμήθηκαν
επάνω στα φτερά των εωθινών ερωδιών,
εκεί που καταλύουν
-στερούμενοι άνωσης και βραγχίων-
οι αυτοδύτες των νεφών/
μα όσο κι αν περιφρόνησαν
βρώμικες πόλεις που ανοίγονταν κάτωθεν,
τους ανθρώπους – υφαντά,
κι όσα αδέσποτα
τους έγλυφαν τα πόδια,
σαρωτικά/
παταγωδώς/
κατέληξαν με τον καιρό,
ένα μονοδιάστατο κορδόνι εμπειρίας και γήρατος,
που όλο και φουσκώνει,
μέχρι να μας αφήσει χρόνους με ένα μπαμ!

photo: Arthur Tress – Woman with Seven Sea Turtles, Bahamas

9334ArthurTress (1)

αδύνατον να περισώσεις

Όσο κι αν αγγίζεις τις κινήσεις των ψαριών,
-νύχτα που πιέζουν τα όνειρα-
και στήνεις το κορμί σου πρηνηδόν,
σαν οριζόντια αντηρίδα,
αδύνατον να περισώσεις ο,τιδήποτε,
από τον Προαιώνιο Τρόμο,
(είτε του απύθμενου Ερέβους,
είτε του μικρού διατεταγμένου εαυτού)
Κι έτσι οι ψίθυροι αντιλαλούν βροντές,
ίσως, κι ακόμη περισσότερο
σιωπές,
και το νερό μεγαλώνει μέσα σου σαν έμβρυο/
για κάτι τέτοια οι άνθρωποι
εφηύραν τις θρησκείες.

photo: Arthur Tress (American, born 1940)
1972
Gelatin silver print
45.7 × 45.7 cm

Candy darling

 

(απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη*)

Τούτο το φύλο
-αυτοφυές και παράξενο-
από την Καρταχένα ντε Ίντιας
ως το Βάλπαραΐσο,
έγινε ο ιδρώτας μας/
κι από τις αμαρτίες μας
δεν είχε ο δρόμος άκρη*/
κι η γεύση του στυφή,
σαν μίσχος από χρυσάνθεμο/
στην ακμή του λευκού του σύμπαντος,
ένας ήχος μαύρος,
από γυαλισμένα βότσαλα/
στο λαιμό μου τον φέρω,
ένα φάντασμα της ανάσας
της,
δυο βδομάδες, διαρκώς
σε βαθειά καταβύθιση,
και όσες λέξεις δεν ειπώθηκαν,
τότε/
ένας σκύλος που πέρασε –
πάει κιόλας μήνας –
με τα μάτια του έγλυφε
τα περάσματά μου,
στων γλυπτών ενυπνίων τα στρώματα/
έτσι καθώς φύεται
ο δροσερός, των γλάρων
αντίλαλος,
από το παθητικό κορμί της
ορίστηκε
ο έρωτας άφυλος,
κι η παθογόνος πανσέληνος,
ελαφριά ιπταμένη/
φυγοδικεί έκτοτε
η ζεστή ψυχή της,
στα επιτάφια,
νυχτερινά
κυκλάμινα του Απρίλη/

*κι απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη (στίχος απ’ την Οδύσσεια)

photo: Peter Hujar
Candy Darling on Her Deathbed
1973
Gelatina de plata
Colección de Richard and Ronay Menschel
© The Peter Hujar Archive, LLC. Cortesía Pace/MacGill Gallery, Nueva York, and Fraenkel Gallery, San Francisco

https://en.wikipedia.org/wiki/Candy_Darling