έναστρη νύχτα

Εκεί θα στεκόταν και θα άκουγε
φρέσκια τη θαλασσα,
και τις τράτες τα μεσάνυχτα
πως κολυμπάνε,
ευθύγραμμοι αστερισμοί/
να που συνηθίζετε:
στις ποταμίσιες πέτρες
μια γόπα
των εαρινών φρουρών
να διαρκεί περισσότερο,
κι απ’ τον κίτρινο ήλιο
κι από την πιο μικρή μέρα
του Βίνσεντ στην Άρλ,
αν και για κείνον το φως είχε παγώσει νωρίς,
πριν τον βρει μεσημέρι,
ή με κομμένο αυτί
ή με την άδεια καρέκλα/
όσο πλέον έζησε ήταν μέσα σε κείνον τον ζεστό και κίτρινο πάγο/
αν έβλεπε,
το βαρύ στήθος της Νικολίτσας πώς διάβαζε τη ζωή,
κρατώντας σταυρωτά το βιβλίο,
ή τον δικό μας
παγωμένο,
προγονικό θάνατο/
μόνο αυτός θα καταλάβαινε
πώς είναι να ζει
μια ρώγα σαν άστρο/

εικόνα: Vincent van Gogh – λάδι σε καμβά –
Ηλιοβασίλεμα: σταροχώραφο κοντά στην Άρλ, Ιούνιος 1888
Kunstmuseum Winterthur
Winterthur,
Ελβετία

εσύ, ήσουν πάντα ποιητής

 

Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια
δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους/
όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα
ανεβαίνοντας,
τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων,
κι από τη σκόνη τους
να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα/
ούτε που μετράω πια,
πόσες αρχές της φυσικής παραβιάζονται/
κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
Νίκο Αργυράκη, χημικό,
ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
χαϊδεύοντας απο κάτω, το ευγενικό χαμόγελο,
έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
κι εγώ έκανα πώς δεν έβλεπα, πλάτη τον πατέρα μου,
που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο/
σαν γύριζε,
έβλεπα του έλειπαν από μπροστά δύο νεογιλά,
κι οι τιράντες του χιάζονταν
σαν χελιδονοουρές,
κι ο Νίκος μου λεγε:
«- εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση»,
κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή,
και τα κίτρινα δάχτυλά του,
τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.

«-εσύ ήσουν πάντα ποιητής.
όμως εμείς σου λέω,
είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι»/

photo: Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Child on Forest Road
1958, printed 1973
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Lent by Mr. and Mrs. Nicholas V. Duncan

Κόρος/ Μέρα Μέρωσε

          Στην πλατεία του γυναικοχωριού του, απάνω στο πάλκο με τα οικοδομικά μαδέρια που είχε φτιαχτεί ειδικά για την πανήγυρη της Αγιάς Σωτήρας, την παραμονή της Μεταμόρφωσης, ο θρυλικός λαϊκός βιολιστής Γεράσιμος Καρτάλης του Θεοφάνους, που κόντευε ενενήντα δυο χρονών, έπιασε να μιλάει μια βραδιά του Αυγούστου, με το Θεό. Και ενώ δεν ήταν σίγουρος για το ποιος Θεός ήταν αυτός που ήρθε να του μιλήσει, ποια να ήταν άραγε η εθνικότητα του, κι αν απαιτούσε το δέος ή το σέβας του ή την υποταγή του, για τις μετατροπίες του ασυγκέραστου εγχόρδου του, δεν είχε καμιάν αμφιβολία: χιτζάζ ή σαμπάχ τέσσερα κομμάτια κι έπειτα ραστ σε χουζάμ και σεγκιάχ  άλλα δυο, ως να μην του μένει ανάσα, κι ας μην προλάβαιναν να ακολουθούν απολύτως οι υπόλοιποι της ορχήστρας. Τον αποστόμωσε και τον Θεό και αισθάνθηκε να τον κερδίζει προς ώρας. Ενώ όμως έπαιζε ένα σμυρναίικο νανούρισμα (τη Μαργαριταρένια) με κλειστά τα μάτια και σηκωμένα τα μανίκια ως συνήθιζε, και σιγοντάριζε την νεαρή τραγουδίστρια, κρυφοκοιτάζοντας τα πόδια της, δέχθηκε μιαν ακόμη επίσκεψη (του Περαματάρη τούτη τη φορά.)  Άδειο σακί ήταν το ρούχο του, και το πρόσωπό του ερεβώδες. Κι ενώ τον φόρτωνε στη σχεδία του, κι η βουβή ανάσα του μύριζε ρετσίνα και ψητό αρνί, ένιωσε από κάτω του τον ποταμό να τους μεταφέρει με θόρυβο σαν οδοντωτός.  Έπιασε κι εκείνος μια δοξαριά από τον χαμηλό πλάγιο δεύτερο και την οδήγησε μέχρι το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στη Στεφάνη το ’79 – εκεί όπου  ήρθε και του προσκύνησε τα χέρια η αναδεξιμιά του,  Κικίτσα Αγραφιώτου του Γιωργοδάρα, και τον χειροκροτούσε το κοινό 20 λεπτά απνευστί μέχρι να ματώσουν οι παλάμες – ως την τωρινή πανήγυρη όπου έπαιζε το Καλυμνιώτικο Μέρα Μέρωσε, κι η αυγή ντρεπόταν να χαράξει από την ομορφιά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άρχισε μεν να αργοπεθαίνει απ’ τα χαράματα του Σαββάτου, όμως κανείς δεν τον πήρε μυρουδιά, διότι συνέχιζε να παίζει ως το μεσημέρι της Κυριακής στις δυόμιση όπου και τον σκούντησε κατά λάθος με το σουραύλι του ο Παντελής, κι αμόλησε άξαφνα το κορμί του σαν ξεφούσκωτη τσαμπούνα μέχρι που σωριάστηκε σχεδόν καθέτως από το σκαμνί πάνω στις δούγες, του βιολιού το τρανταφυλλόξυλο άνοιξε στα δύο στο σκάφος, και το δοξάρι εκτοξεύτηκε προς την κατεύθυνση ενός τριαξονικού που μετέφερε πατάτα στη Γερμανία. Εκεί παγιδεύτηκε περήφανο κι οριζόντιο, ανάμεσα σε δυο σακιά, ενώ οι αλογότριχές του, πάλλονταν τραυματισμένες σαν ασπρόμαυρο γιορντάνι στο ανοιξιάτικο αεράκι…

(στο Γιώργο Κόρο)

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα ΙΙ

Ι
σ’ αυτή τη ζωή, έχουμε κι άγκυρες:
πχ
το φως της μάνας μας,
δεν επιταχύνεται
για κανένα
αδρανειακό παρατηρητή/

ΙΙ

λειτουργείς και δίχως όρια/
πως δεν το ξέρεις,
όταν νηολογείσαι στο Πορτ-ο-Πρενς
βαρκούλα εσύ,
καρυδότσουφλο των τροπικών/

ΙΙΙ

στην κοίλη κολυμβήθρα,
πώς να γλιτώσω από του χρόνου
την αρκούδα;
από τα χέρια μου αρπάζεται
– να μη γλιστρήσει-
και τα δαγκώνει,
όπου βρει/

betweenDogandWolf8_2005_4fca1b1f89eb5

IV

Όσο ξεφορτώνομαι την ποίηση,
βυθίζονται οι αποβάθρες
όπου ακουμπούσαν,
τα άρρητα φτερά τους οι Αρχάγγελοι/
άπτεροι ερίζουν πλέον
στον ύπνο μου,
για μια μπουκιά Θεό/

V

το δράμα της νύχτας,
αυτό το δρολάπι
από ασημένια κόκκαλα/
και το γαλάζιο κύμα των λύκων μες στο χιόνι/

VI

Νύχτα,
το αγαθό σου πέπλο
είναι ο θάνατος/
της λέω,
καθώς εκείνη με τραβά
στα τάρταρα,
με τη φαρέτρα της εξοπλισμένη,
νεράιδες των λιμνών/

sheep

VII

Θαυμάζουμε τους ανθρώπους για όσο διαρκεί,  έπειτα πάλι εκπίπτουν μέσα μας,
όπως το φως μιας νύχτας,
που ξημερώνοντας
επανακτά,
τα σβησμένα κεράκια και τις στάχτες της/

VIII

το σώμα κι αν διαφεύγει
απατημένο
ένας θειώδης άνεμος το πάει
και το μαζεύει/
έμαθα πως είναι να είμαι,
μέσα του:
μια φυσαλίδα της στιγμής/

IX

όπου αγγιζόμαστε,
μια εωθινή αύρα του λευκού
και των ποιημάτων/
το λευκό λερώνεται,
και τα ποιήματα
πεθαίνουν στα χείλη πριν
σχηματιστούν.

X

να πως μεγάλωσα:
στην αυλή μου μια σταχτιά χελώνα τα βράδια σέρνεται/
ενώ συνέχεια την κερδίζει
ένας άυπνος λαγός.

πίνακας: από την έκθεση “Οψεις Αδήλων” του Χρήστου Μποκόρου στο Μουσείο Μπενάκη

photo 1: Sheep going to the Slaughter, Early Morning, Near the Caledonian Road, London 1965 © Don McCullin

photo 2: Between Dog and Wolf – untitled 2009:  A fascination with darkness and the unseen haunts the work of London-based French photographer © Chrystel Lebas (b. 1966). Using a panoramic camera with long exposure times ranging from two to six hours, Lebas creates sweeping, mesmerising landscapes, which explore photography’s relationship with time and movement.

ειδύλλιο του αιώνιου χρόνου ΙΙ

Μόλις διαλύθηκες μες στο λευκό της σώμα,
οι κόρες των ματιών σου
σαν ήλιοι εξερράγησαν/
εκείνη σε αγκάλιασε τόσο τρυφερά,
που το δέρμα σου κλαίει από τότε
στην ανάμνησή της/
Ωστόσο όλος ο ουρανός,
εκεί ήταν και σε φώτιζε/
Κι όταν ρωτήθηκε για τον χρησμό του,
έτσι απάντησε:
-Θα ζεις για πάντα,
ένα φτερό, μέσα στο χάδι της/
θα αγαπάς, ότι αγαπά:
τη σιωπηλή και την πολύβουη νύχτα/
τους βράχους ως όριο,
τους βράχους περιστέρια,
και την απέραντη ασημένια θάλασσα,
τις μέρες σου
-που τώρα πια χαράζουν ατέρμονες ροές
συνείδησης και πλεύσης-
κάθε ποτάμι κυκλικού διαλογισμού/
και κάθε ασπίδα εκούσιας τυφλότητας/
Στον τόπο σας,
θα ανάβει πάντα ένα κερί/
(της θλίψης που κανάκευε τους ώμους/
στην γαλάζια τους γυμνότητα)
κι όλες οι πόλεις που δεν σας χώρεσαν,
– νήπια αγκιστρωμένα σαν πυγολαμπίδες
στη βροχή-
θα αποκλειστούν/
Ακόμη κι ο θάνατος,
ημιτελής/
δεν θα ακουμπά πλέον
εκείνα τα κορίτσια,
τα βουβά,
που καμαρώνουν των μυών τους την ανάταση/
κοιτώντας με το φύλο τους στραμμένο
στις ιτιές και στα αγριοκέρασα/
Ένας χειμώνας
που πεθαίνει μες στα ποιήματα,
άκου επιτέλους,
πώς ψυχορραγεί._

photo: Teenage couple on Hudson street New York 1963 – Diane Arbus

Καζαντζίδης/ purple rose

     Το ξημέρωμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1985, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, κι ενώ θερμές αέριες μάζες από την Αφρική στροβίλιζαν το χώμα στην περιοχή Μασταμπά,  ένα σκουπιδιάρικο του Δήμου Ηρακλείου, φορτώνοντας έναν από τους καινούργιους κάδους που βρισκόταν μπροστά από το θερινό σινεμά «Ρομάντικα», εγκατέλειψε τη μάχη για την καθαριότητα, με έναν παραπονιάρικο αναστεναγμό, πληγωμένο από βαριά βλάβη (στον ιμάντα του εκκεντροφόρου). Στην βαθιά ησυχία που ακολούθησε το σαματά που έκανε ο ντίζελ κινητήρας, ακούστηκαν τα πρώτα τριζόνια της μέρας, ένας κόκορας από μια διπλανή μάντρα οικοδομικών υλικών εντός της οποίας είχε χαραχθεί με κοτετσόσυρμα ένα ισχνό κοτέτσι, και η φωνή του πίσω αριστερά σκουπιδιάρη, που τραγουδούσε με περίσσιο ντέρτι : «-Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω/ σκλάβα τη ζωή σου θα’ χω/ κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς…» Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον θεόρατο κάδο, ένα χέρι λευκό και εύθρυπτο σαν τσιγαρόχαρτο, με λεπτογραμμένα δάχτυλα . Στο μεσαίο δάχτυλο  είχε περασμένο ένα δαχτυλίδι με ζιργκόν κι από την παλάμη, που ήταν γυρισμένη προς τα κάτω,  ήταν ολοφάνερο πως έλειπε ολότελα – σα να είχε σβηστεί με μια γομολάστιχα-  η γραμμή της ζωής• επιπλέον, τα δάχτυλα δεν έφεραν καθόλου δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ ο οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος του δήμου άρχισαν να ιδρώνουν άφωνοι και συγκλονισμένοι, βέβαιοι πως το κορμί όπου ανήκε το χέρι ήταν άψυχο,  ο πίσω αριστερά με ένα απρόβλεπτο γύρισμα της φωνής, συνέχισε να τραγουδάει αμέριμνος: «-σα να’ μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόοοψε…» Εκεί στο ρεφραίν, το χέρι άρχισε να κινείται, και έπειτα από λίγο – και αφού παραμέρισε, μερικά χαρτόκουτα, συσκευασίες από πατατάκια και μια σκισμένη αφίσα της ταινίας “The Purple Rose of Cairo”- που έπαιζε το σινεμά την προηγούμενη εβδομάδα- αναδύθηκε από το σωρό μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και παράξενο ντύσιμο, εντυπωσιακά καθαρή και μοσχομυριστή, σα να μην είχε περάσει τη νύχτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών, αλλά σε ένα λιβάδι με φασκόμηλα. Ξανά οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος έμειναν άφωνοι (μαζί με τον κόκορα, που ότι ήταν να πει το είπε). Ξανά ο πίσω αριστερά, με ανεπαίσθητες αλλαγές, άλλαξε απλά κλίμακα και τραγούδι: » Στο θολωμένο μου μυαλό/ο κόσμος είναι μια σταλιά/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/και κάποιο πάθος μου τρελό….» Ξαφνικά από το φορτηγό, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο σαν γυαλί που τρίβεται πάνω σε πέτρα, που τους κινητοποίησε, και παρότι οι βραχίονες είχαν σταματήσει σε μια παράδοξη γωνία κι ο κάδος είχε κολλήσει στην ψηλότερη θέση του μηχανισμού ανύψωσης,  κατάφεραν και στήριξαν την κοπέλα στους ώμους τους και τη βοήθησαν να κατέβει. Αυτή τεντώθηκε, ξεσκονίστηκε, ίσιωσε το μπολερό της, το κλος καπελάκι της, τους χαμογέλασε, λέγοντας: θένκς γκάις! και κατευθύνθηκε με χάρη προς το σινεμά, αφήνοντας πίσω της μια ροδαλή αύρα και μια μυρωδιά σοκολάτας γάλακτος. Εκείνη τη στιγμή μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση του τόξου του νοτιοανατολικού αιγαίου, μετακίνησε τη σκουπιδιάρα ελαφρά περί του άξονα, και την έθεσε σε χαλαρή ταλάντωση, με αποτέλεσμα ο ένας βραχίονας να κρεμάσει απότομα και ο κάδος να πάρει μια χαριτωμένη στροφή προς τα κάτω, αδειάζοντας το μισό περιεχόμενο στο δρόμο, ενώ από ένα μουχλιασμένο μαξιλάρι ενός σκαμπό που ήταν πεταμένο στον κάδο, άνοιξε ένας μεταξωτός θύλακας, ελευθερώνοντας μιλιούνια μικρές αράχνες, που έφυγαν αμέσως τρεκλίζοντας, προς την κατεύθυνση του κοριτσιού. Και παρότι το φως όλο και δυνάμωνε, στη γραμμή που βάδιζαν οι αράχνες, εξαφανίζονταν τα χρώματα, και τη θέση τους έπαιρνε ένα διακριτικό νουάρ με υψηλή αντίθεση και μαλακή καμπύλη γ.  Ο πίσω αριστερά, άρχισε πάλι: « – Νυχτερίδες και αράχνες γλυκιά μου, έχουν στήσει φωλιά» ενώ το κορίτσι ήταν ήδη άφαντο, το «Ρομάντικα» είχε γίνει ασπρόμαυρο κι η αφίσα της ταινίας, αναφλεγόταν μυστηριωδώς και γινόταν παρανάλωμα εντός μερικών δευτερολέπτων.

ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος
κι ένας άλλος τόπος,
ο τόπος που φτάνουμε,
λέω,
κι έχω στο νου μου την ψυχή της,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη
τηγανίζοντας,
σε τούτο το τρύπιο σπίτι
που ήταν σπίτι μας/
Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και
δένουμε το αρνί στη σούβλα του,
σφιχτά,
σαν ένα ιστίο στη καταιγίδα/
Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα/
ακόμη κι εκείνη η ρυθμική κλαγγή
της Μεγάλης Παρασκευής,
σιγούσε επίσης/
(τότε που αλυχτούσε ολονυχτίς
έξω απ’ την πόρτα μας,
ο ποταπός χουχουριστής)

19. υπενωμοτάρχης

doisneau-african-games-1945-web

Στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής στην ενορία των Δώδεκα Αποστόλων, και ενώ ορισμένοι έφηβοι πρόσκοποι καλιμπράρουν τα σοσόνια τους ακριβώς τη στιγμή της διέλευσης του επιταφίου, εφευρίσκεται εν τω γεννάσθαι μεταξύ των στοιχισμένων προσκόπων, μια ομοφυλόφιλη δυναμική: ένα αγόρι προσφάτως χρησθέν υπενωμοτάρχης, κάτοχος του αργυρού βέλους και μέλος του συμβουλίου τιμής, κρυφά καμαρώνει για το σημάδι στην γάμπα του από την καλτσοδέτα, ενώ σιάζει το φουλάρι του φιλάρεσκα και κραδαίνει το κοντάρι του είτε αφελώς οριζόντια ως φαλλική προέκταση, είτε χιάζοντας με τα εξαπτέρυγα σε έναν εφήμερο αγώνα επικράτησης της λαμπρότητας της στιγμής. Ταυτόχρονα παρατηρεί με περιέργεια και ασαφή ερωτική έξαψη, τις περιβάλλουσες καλτσοδέτες, τις γάμπες και τα όμορα κοντάρια. Τα ομοιόμορφα αξεσουάρ αποκτούν τη χρηστικότητα που επιβάλει το φύλο, η ιδιότητα και η ιεραρχία, γεννούν όμως και την περιέργεια, την αυταρέσκεια, την κοκεταρία της θηλυκής συνείδησης. Έτσι διαιωνίζεται, μέσω ενός τυπικού και των καθ’ έξιν συμβόλων του, μια παγιωμένη υφή σεξουαλικότητας του πλήθους -από τη μια- σε κάθε επανάληψη της οποίας γεννιέται -από την άλλη- και η ίδια η παρεκτροπή της – που δεν είναι ασφαλώς μονάχα μια – θεωρώντας ένα κοινωνικό οργανικό πρότυπο και μεγεθύνοντάς το έως τα όρια του εαυτού. Διότι πάντοτε ο εαυτός θα ξεπερνάει τα όρια των κοινωνιών, των επιστημών και των αυστηρών απολυτοτήτων τους, μια δικανική διαμάχη με αδιάσειστα επιχειρήματα των συνηγόρων και ή και αυτή ακόμη τη βεβαιότητα της ύπαρξης του ανώτερου όντος, από το σύνολο των πιστών που ακολουθεί την πομπή. #Το σύμπαν είναι τόσο μεγάλο που (δεν) το χωράει ο νους …

19/20 κείμενα για την αφαλάτωση – υπενωμοτάρχης

photo: Robert Doisneau
African Games
1945
© Atelier Robert Doisneau, 2016

δέρμα

04_Anita.jpgτο ξέρω καλά τούτο το δέρμα:
όριο του πρώτου έρωτα και των εφηβικών ειρμών
έτσι όπως ανάβουν
τις νύχτες
οι βουβές ιτιές,
και τα ακροϋπνια των γλάρων/
στην φαιά έκταση των αδύναμων στίχων μου
δεμένο,
στα γράδα του με λαιμαριές,
το φόρεσα,
ενώ ξίδιαζε ανήμπορο
-προτού οινοποιηθεί-
κάποιο μεσημέρι
καθώς αναμετριόταν
με το εναλλακτικό κορμί μου/
άνοιξη του ’81,
κι ο καιρός
κατέρρε στη νιότη του/

photo: Robert Doisneau
Mademoiselle Anita
1951
© Atelier Robert Doisneau, 2016

εγκιβωτισμός XIV/ Ιερώνυμος Μπος

olga-baclanova-as-cleopatra-after-transformation-in-chicken-womanΤο Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, συναντήθηκε ξανά με εκείνο το όνειρο: την ανάβαση του λόφου μες στη νύχτα, ενώ ήταν γυμνός και τα πέλματά του βούλιαζαν ενοχλητικά και επίμονα στη διψασμένη λάσπη. Ανεβαίνοντας με ταχύ ρυθμό, και ενώ του φαινόταν ότι πλάταινε το σκοτάδι σε κάθε μικρή στάση για αναπνοή, παρατήρησε ότι οι φωτιές στην κοιλάδα από κάτω δεν ήταν διάχυτες παρά εντοπισμένες σε κάποιες περιοχές, πες καμιά δεκαριά, κι ότι αν μισόκλεινες τα μάτια, ξεχώριζαν μέσα από την ομίχλη σαν πληγές πάνω στο κορμί ενός πυροβολημένου κόρακα. Τα υπόλοιπα ήταν όπως τα θυμόταν από άλλες φορές. Τα χερουβείμ με τα αντεστραμμένα φτερά, τα τομάρια των ζώων μετά την εκδορά απλωμένα στις μύγες, αρουραίοι με μπουτάκια μικρών παιδιών και κουδουνίστρες, φίδια – πέη που εισχωρούσαν σε αφράτα Ολλανδικά βυζιά, κλπ. Αυτή η εικόνα της κόλασης που ανακαλούσε, ήταν αποτέλεσμα καλλιέργειας και κλασσικής παιδείας. Γυρίζοντας την Ευρώπη, ένας μπον βιβέρ όπως παρέμενε σε όλη του τη ζωή, ένας απόλυτος μπατίρης των Τεχνών ταπεινότατης καταγωγής και με γονείς εργάτες, έκανε δουλειές του ποδαριού κι έτρωγε και την τελευταία του δεκάρα για να θαυμάζει στα μουσεία του κόσμου πχ τους Φλαμανδούς – και συγκεκριμένα τον Ιερώνυμο Μπος – και στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο (και φυσικά στο Παρίσι). Τι όμορφο που οι πίνακές του Μπος είχαν εγκαταλείψει τη σιωπηλή του αγροικία και τους ανεμόμυλους και είχαν πάρει το δρόμο της οικουμένης, ταξιδεύοντας ιλιγγιωδώς – μέσω των αυλών των φεουδαρχών -τρίζοντας και με σαράκι ληστρικό ορισμένοι, συνομιλώντας με τις γυναικείες πλάτες κάποιοι άλλοι, ιδίως τα τρίπτυχα ( σε μια λογική παραβατικότητας και ένοχου πάθους ) στοιχειώνοντας ενήλικα και ανήλικα κρεβάτια οι περισσότεροι, και στέλνοντας φορτωσιές πιστών και απελπισμένων, μα στην ουσία φοβισμένων ανθρώπων, στις εκκλησίες. Ένας ημιάγριος του Αμαζονίου – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι άνθρωποι στον πλανήτη- καθόλου δε θα μασούσε με όλο αυτό το μεσαιωνικό τσίρκο. Η κόλασή του θα ήταν μινιμαλιστική και στυφή, πχ το στομάχι μιας ανακόντας όπως θα έκλεινε σιωπηλά γύρω από κεφάλι του. Κι η χώνεψή της θα ταυτιζόταν με το γυναικείο οργασμό. Τα πράγματα για κείνον θα ήταν ξεκάθαρα. H λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης και η ερωτική έκσταση, πάντοτε ήταν ταυτόσημα σε πρωτεϊκούς πολιτισμούς, όπου ο φόβος του θανάτου ήταν ένας ακόμη φόβος, και όχι ο Απόλυτος και Κυρίαρχος. Έτσι εκείνοι οι ακαλλιέργητοι, πριν τον Κολόμβο, δεν ένιωθαν την ανάγκη να αντικαταστήσουν τους Αναρίθμητους Κατασκευασμένους Θεούς τους με τον Ένα και Μοναδικό, Αληθινό Θεό.

photo: Tod Browning (director)
Freaks (Olga Baclanova as Cleopatra after her transformation into chicken woman)
1932
Still photograph