ήχος και φως

Που και που
γυρίζοντας στα όνειρα,
τους συναντώ,
αδίστακτοι μισθοφόροι του χρονικού επέκεινα
που υλοτομούν τα κωνοφόρα
της λήθης μας,
ως σφάγια των βράχων
και σφάγια της αυγής/
Με νύχια και με δόντια παλεύω να αποσώσω
δύο τρεις σταγόνες καθαρές,
όπου να ακινητούν οι στιγμές επάνω στον παλμό τους,
ν’ ανοίγει η άβυσσος για να χωρέσει
όλο τον ήχο και το φως/
κάπως σαν κείνα τα θεάματα
που οργάνωνε ο ΕΟΤ μετά τη μεταπολίτευση
στις διάφορες πόλεις ,
όπου εκδράμαμε με το πούλμαν του Κατσούρη/
Να όπως εδώ,
που η μάνα μου χορεύει
το «Η ζωή εδώ τελειώνει»
όρθια, στη γαλαρία
και σείεται το πούλμαν απ τα σφυρίγματα/
Δεν υπήρχαν τότε βλέπεις,
ζώνες κι άλλα τέτοια πολιτικώς ορθά,
να μας δένουν με τη ζωή,
μη τυχόν και μας τελειώσει._
ΚΛ – 05/05/2018

photo: Josef Sudek
Dans le jardin [In the garden]
1954-1959
Gelatin silver print
17 × 23.3 cm
Musée des beaux-arts du Canada, Ottawa. Don anonyme, 2010
© Succession de Josef Sudek

Advertisements

ο φρύνος του Κολοράντο

Σάββατο, που το μαθες,
δύο άρκτοι ξανθές σαν αχυρόμπαλες
λόγιαζαν τα ζύγια
ενώ ένας κουρνιαχτός βαρύς
περπατούσε
στις ανεμοδούρες των πουλιών/
στο τέλος,
ο Μάης αφουγκράστηκε
κείνο το πένθιμο σκυλί
που αλυχτούσε απ’ το Σεπτέμβρη/
Το ξέρω πως οι τόποι σου,
γίνονται πλέον γοργά,
ένα ενδεχόμενο που εξαντλείται/
και πως οι οδοδείχτες των προσφιλών νεκρών,
έχουν αρχίσει να τονίζουν την πάχνη σου,
με νέον λεπτομέρειες/
μα ετούτη η μάνα- κουράγιο
που τρίβει το στήθος της
για να εξαφανιστεί
η δική σου πέτρα,
αξίζει περισσότερο από ένα προπέτασμα καπνού
(ακόμη κι αν
όλοι σου οι χείμαρροι,
αποσβαίνουν σωρηδόν στα τενάγη τους,
εκεί όπου ενδημεί
ο γιγαντιαίος φρύνος του Κολοράντο)/
Άσε τους αγγέλους να κατεβαίνουν
με γδαρμένα δάχτυλα
κι ας μην ξέρουμε να πούμε,
αν είναι απ’ τον περίπατο,
ή από κάποια νέα μέθοδο αυτοτιμωρίας/
άλλωστε τι να φοβηθείς;
Από παιδί καθοδηγείς το μελίσσι σου να γητεύει τον καπνό,
καταπάνω στο μελισσουργό του._
ΚΛ – 04/05/2018

photo: Mark Klett
Contemplating the View at Muley Point, Utah
1994
Gelatin silver print from Polaroid-Film Type 55
40.6 x 50.8 cm
© Mark Klett

το πρόβλημα του μεθυσμένου ναύτη

Από τα χρόνια μας μένουν μονάχα
οι συναθροίσεις κι οι αθροίσεις
καθώς ζυγιάζεται το δέρας μας αποτιμητικά,
και μια μακραίωνη βεντέτα με το θάνατο και τα παράγωγά του
τελεσιδικεί
πάντα εις βάρος μας.
Μα είχε γούστο η διαδρομή,
όσο διστάζαμε αναποφάσιστοι στα πολλαπλά μας σταυροδρόμια,
κι ο βίος μας θύμιζε το πρόβλημα
του μεθυσμένου ναύτη.
Τελειώνουν πια οι διαδρομές,
σα να ρθε ο Νικ Μετρόπολις
με τα τεφτέρια του,
να βρει το δρόμο μας
ως εφαρμογή
της φημισμένης μεθόδου Μόντε Κάρλο/
κι ας ήταν η πρώτη μας επαφή
μια Πέμπτη που λογαριάζαμε
γωνίες σκέδασης σε αστέρες νετρονίων,
και μια δεύτερη στις εξετάσεις της Θερμοδυναμικής/
έκτοτε δε σταματήσαμε να τρεκλίζουμε
στα σταυροδρόμια των βημάτων μας,
καθώς έφταναν ριπηδών τα ενδεχόμενα,
με την υπόσταση και το κορμί
μιας πόρνης της Βαβυλώνας/
Όμορφη βόλτα,
τη βγάλαμε ολόκληρη,
τυφλά στο μεθύσι._
ΚΛ – 30/04/2018

photo: Zbigniew Dłubak (1921-2005)
The streets are for the sun and not for people
1948
© Armelle Dłubak / Archeology of Photography Foundation, Warsaw

υπερχείλιση

Δεν έχει φράγκα η ερημιά
(μήτε παλάτια)
μόνοι, κατάμονοι
θα ζωγραφίζουμε τη θάλασσα που θα μας καταπίνει•
δίχως δόντια,
με δύο χούφτες φως
να ανάβουν
εκεί, όπου μας έγλυφαν τις παλάμες
τα σκυλιά και τα ταξίδια/
κι όσο κι αν μεγαλώνουμε ανάποδα στα όνειρα,
θα φτάσει μια νύχτα με βροχή
που θα μας πάρει,
νήπια ανήμπορα, όπως θα’ μαστε,
απέναντι
στην ανεξέλεγκτη
υπερχείλιση._
ΚΛ – 24/04/2017

ανάσκελα

Είναι ένα διάβημα οι φτελιές,
αδιαμφισβήτητο, σου λεω
μια δήλωση ευφυΐας/
Δες πώς σκιάζουν τα καθέκαστα:
Στην Αθήνα των γκρεμνών,
κι ενόσω οι γέροντες
κοιμίζονται με
άσφαιρα λαντόζ,
ένα χέρι τους τσιμπάει μουλωχτά
ή τους μπουνίζει/
τρίβουν οι άμοιροι την τσιμπιά που τσούζει μα,
δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη ζητιανιά,
εν τέλει κλαίνε.
Κλαίνε με ένα γρέζι
σα στρουθία του χιονιού.
Βλέπω και τη μάνα μου που λέει
«πρόλαβα και πέθανα»
μα εγώ ακόμα στοιχειώνομαι
από το τελευταίο της όνειρο/
εκείνο με το σμήνος των χελιδονιών που έμπαινε στο κάδρο,
πετώντας ανάσκελα/
ΚΛ – 23/04/2018

photo: Cecil Beaton – ‘Barbara Hutton in Tangier, Morocco’ 1961 .

το corpus «Οδυσσέας Ελύτης»

ΤΟ CORPUS «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ»
Όλο ονειρεύομαι πως κάποτε
θα επιχειρήσω
μια συναρμογή των διεστώτων
όπως εναρμονίζεται η ορμή,
σε μια σταγόνα μέλι:
αλλάζω όπως ξεχνώ•
περιέχομαι όπως περιέχω•
εκτίθεμαι (πάντα γυμνός)
όπως ιδιωτεύω•
μεροληπτώ (υπέρ ενός απ’ τους θεούς σας)
όπως προσεύχομαι•
Εσύ θα γίνεις πλέον,
η Μαρία Νεφέλη που μου έμαθε τα ποιήματα,
και το κεφάλι σου θα είναι ένα ακόμη fluxus κατασκεύασμα,
σε ένα κορμί
δελφινοκόριτσου
Κι όταν θα βγαίνεις στ’ ανοιχτά μ’ ένα καΐκι,
αργά θα σε καταβροχθίζει το corpus «Οδυσσέας Ελύτης»,
κάτω από τη διάφανη ομπρέλα σου,
γεμάτη
χρωματική βροχή/
ΚΛ – 22/04/2018

ζωοδόχος πηγή

Όσο κι αν υποχωρούν τα τοπία στο φως,
αναλόγως εποχής,
τόσο θα θεριεύουν μέσα τους
οι απογευματινές εικόνες
άλογα που κατέβαιναν τη δημοσιά
δίχως χάμουρα,
σαν πεταλούδες
με κιλίμια στο λαιμό,
και ξεχασμένους αντάρτες στη σέλα,
ή ένας τρυφερός μίσχος
που από το κουφάρι μιας σφήκας εκπορεύεται/
εκεί θα παραμένεις θαμμένη•
στον πλούτο του χρόνου
που ευωδιάζει στους βράχους
περισσότερο
κι από τις αγριοπασχαλιές/
κι όσο κι αν
οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν
σιωπηλοί και κάνουν πως ζουν
ή κάνουν πως πεθαίνουν,
θα’ ρχονται ψυχοσάββατα,
που θα δακρύζουν οι εικόνες,
με υπόσταση•
είτε από απόγνωση
είτε από κακιά συντήρηση
και πλημμελή
εξαερισμό/
κι οι τόποι λατρείας θα επεκτείνονται
ενώ τα άστρα θα τρίζουν συμπαγή
προτού ανάψουν,
σαν ένα μυθικό αυτόματο
που αλγοριθμεί τα πεπρωμένα/
η νύχτα πάντα θα περιέχει,
όσα η μέρα δεν αποζητά/
ΚΛ – 14/04/2018

επί προσωπικού

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη απ’ τις μικρές,
-Λεμονιά,
εσύ προς το τέλος
δε θα θυμάσαι τα φαγιά,
μα να ρωτάς τη Φούλια μας,
η Φούλια ήδη
γράφει σε πολύχρωμα post it
ΤΖΟΛΙΑ
και
ΠΙΤΑΣΤΕΔΕΣ,
οι υπόλοιποι
αναβοσβήνουν ασπρόμαυροι,
(πιο πολύ σβήνουν,
παρά ανάβουν)
ο Παύλος -έγχρωμος και νωπός-
αρνείται οπωσδήποτε
να σβήσει/
ΚΛ – 09/04/2018

photo: Tokihiro Sato
Hakkoda #2
2009
Gelatin silver print
Purchased with the support of the Photographs Acquisition Group
© Tokihiro Sato, Courtesy Leslie Tonkonow Artworks + Projects

η ασυνέχεια του τέλους

Θα βρει η αλήθεια κάποτε,
τον αιτιακό της ελκυστή,
τη θλίψη της βαρύτητας μπρος στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
ένα τουλάχιστον δάκρυ
βεβαιότητας,
μες στον ωκεανό των πιθανών ιλίγγων,
ή ένα κενό ταυτότητας,
εμπροσθογεμές,
όπου τα μάτια των παιδιών,
θα αντιπαραβάλλουν σταθερά
μια ζωγραφιά τους με παστέλ κραγιόνια,
όσο ο χρόνος θα τα πυροβολεί ασταμάτητα
με θάνατο/
κι αυτή η μάχη θα επαναλαμβάνεται μέχρις εσχάτων,
το τέλος -έτσι κι αλλιώς –
είναι θέμα προοπτικής
και τούτη η διαδρομή,
μου μοιάζει απλώς
ένα ασυνεχές απειροσύνολο
διαδοχικών αλμάτων,
σαν το παράδοξο του Ζήνωνα,
που ανέλαβε να το αποδείξει
ένα θαλασσοπούλι/
ΚΛ – 07/03/2018

photo: Polixeni Papapetrou (born 1960, Melbourne Australia; lives and works in Melbourne Australia)
The Encounter
2003
Type C print
100 x 100 cm
Courtesy the artist, Michael Reid Gallery, Sydney + Berlin and Jarvis Dooney Galerie, Berlin
Reproduced with permission

η λυπητερή

Κι ας γεμίζουμε τα ποιήματα
βοστρύχους και βότανα
εξωτικά/
η υγρασία τους θα προβάλλει πάντα αδιάντροπα
ως ένας
μανιταρόσχημος μύκητας,
κάθε που θα ποτίζουμε τους ροδώνες τους με πάχνη,
ή που θα αποστέλλουμε ένα γλάρο να διεμβολίσει
ένα ακόμη
ματωμένο ηλιοβασίλεμα/
να ξέρουμε ότι
η ουσία μας θα ανιχνευτεί
-έπειτα από χρόνια-
ανάμεσα στις βρούβες και στα πικροράδικα,
στα έκπληκτα μάτια των ζώων πριν τη σφαγή,
ή στων παιδιών τα ενύπνια,
προτού στην κοιλιά τους ανθίσουν
οι τρίχες κι ο έρωτας/
όταν ας πούμε,
ο Σάσα του Πλατόνοφ
θα ξαναβρεί στο Τσεβενγκούρ,
κρυφοκοιτώντας,
πίσω από μια
παλιά ατμομηχανή,
τη σονάτα των απελπισμένων που μια ζωή του διέφευγε/
άλλωστε
εκείνη η στιγμή,
δεν θα είναι παρά μια αστραπή του άπειρου χρόνου/
εκεί μέσα θα κληθούμε να μαρτυρήσουμε
ολόκληρο το χρόνο
κι ολόκληρο το άπειρο,
που μας έχει
παραχωρηθεί/
ΚΛ – 23/02/2018

photo: Paula Rego
The wolf chats up Red Riding Hood
2003
Pastel on paper
104 x 79 cm
Collection of Gracie Smart, London
Courtesy Malborough Fine Art, London
© Paula Rego