Midi – Nord

Δεν είναι αργά,  μήτε ντροπή,
ακόμη και σε τούτα τα χρόνια
να καταλάβουμε,
πως ο ρομαντισμός των τρένων
είναι κυρίως
οι αποχαιρετισμοί,
και μια ταχυκαρδία που εναλλάσσεται με θάλασσα,
καθώς καδράρονται οι σταθμοί
ως το Μιντί Νόρ/
Ξέρω,
οι άνθρωποι ανοίγουν τα πανιά τους και μακραίνουν,
όπως χωρίζουν τα πουλάκια
από της μάνας τους το φτέρωμα,
κι έκτοτε αποφεύγουν να φταρνιστούν για να μη χαθεί
η μυρουδιά/
Μα να,
εδώ μέσα την έχω φυλαγμένη
τη φθινοπωρινή ανάσα απ’ τα χρυσάνθεμα,
αυτή,
κι ένα μεγάλο ποίημα σε εξέλιξη
που εξιστορεί
των νεοσσών
το πρώτο πέταγμα,
με ίδια φτερά/
ΚΛ – 03/10/2017

Advertisements

τοπικότητα

Κάποτε θα σβήσουν κι οι αστερισμοί
κι αυτός ακόμη ο Σταύρος του Νότου που τόσο τραγουδήθηκε,
όσο ήμασταν παιδιά
σε ασφυκτικά δωμάτια 
ή στις συναυλίες
και ο Α του Κενταύρου κι ο νοσταλγικός Μ 81
θα σβήσουν
κι εμείς ακόμη πιο νεαροί
από σφαιρικά σμήνη ή από μεσοαστρική σκόνη
θα σβήσουμε επίσης
αφού πρώτα γίνουμε άστρα
στο πλάι των αγαπημένων μας/
μα κάποιος θα μένει πάντα πίσω και θα παρατηρεί
έναν έναν τους υπερκαινοφανείς
πως θα αναβοσβήνουν στο στερέωμα/
έτσι λειτουργεί το μακρύ χέρι
της αιτιότητας:
αδύνατον να παίζει ένας τέτοιος θίασος,
δίχως θεατές/
ΚΛ – 02/10/2017

ονοματολογία

Το βάρος στα πράγματα,
είναι ένας γενέθλιος τίτλος/
μάταια αγωνίζομαι να τον εξηγήσω σήμερα,
σε ανθρώπους και καθεστώτα, 
που καταρρέουν ανώνυμα/
κι αν επιμένεις να με ονομάζεις όπως τον άτιτλο έρωτα,
έναν ιστό που ονειρεύεται την ευθεία,
ή πολύ πιο πικρά,
όπως τη χρονική ανάπαυλα της κενότητας,
σε μια στιγμή απόλυτης εκπλήρωσης,
δε θα καταλαβαίνω
τους φθογγους,
τη φωνή,
το χρώμα των δοντιών,
τη νύχτα που έρχεται και φεύγει/
επειδή:
πες μου τώρα,
ΤΙ είναι νύχτα;
τα μάτια που τυφλώνονται
απ την υγρότητα των ώμων;
μα μόνο τα μαλλιά σου θα είναι για πάντα,
εκείνη η επίσχεση του κορμιού από μια πράσινη γόμα,
καρφωμένη στην καρδιά
οκτώ φορές
με ραπιντογράφο 0.5
καθώς ο ήλιος στην έδρα του
θα ξεφτιλίζεται/
χρόνια μετά από την άγρυπνη θύελλα
– κι ενώ θα χωρίζουμε ξανά και ξανά στο λιμάνι –
το δέρμα μου ακόμη θα στοιχειομετρεί τους αναιμικούς μουσώνες σου,
κι οι άυλες δίδυμες του θυρωρού,
θα συνεχίζουν να χάνονται,
η μία μες στης άλλης το όνειρο,
μέχρι να ξυπνήσουν άλλες,
ή η ίδια/
ΚΛ – 29/09/2017

photo: Patrick Pound (New Zealander/Australian 1962- )
The entrants (detail)
2016-17
Site specific installation comprising objects collected by the artist and works from the NGV Collection
Courtesy of the artist, Station, Melbourne, Stills Gallery, Sydney, Hamish McKay Gallery, Wellington and Melanie Roger Gallery, Auckland
© Patrick Pound

ο Μάρβιν Γκέι στην Οστάνδη

Η σιγουριά είναι που σκοτώνει, σκέφτομαι,
ενόσω απελπίζομαι,
με την υποκειμενικότητα του χρόνου
που με πυροβολεί/
Ξανά εκείνος ο υπάλληλος του λιμενικού,
διασταυρώνεται με το φάντασμα του πατέρα του,
όπως σέρνεται ανέστιο στην προκυμαία/
μετά σκύβει αργά κι αδειάζει τον ποταμό,
από τις μαύρες γαλότσες του.
Τέτοια κάνει ο θάνατος, ο κλέφτης.
Στην Οστάνδη, ο Μάρβιν Γκέι
σκάβει κι αυτός την άμμο με ένα πυκνωτικό μικρόφωνο
ενώ το κύμα του
επιστρέφει
τη φωνή του δικού του πατέρα,
πριν τον πυροβολισμό/
Είναι ακόμη 3 χρόνια ως το έγκλημα,
μα ο θάνατός του ανταλλάσσεται με μια σκοτεινή ευχή/
η ενάλια ακτογραμμή,
την αναπαράγει
σαν ένα ηχηρό αναπόδραστο.
Καθένας έτσι στέκεται/
ενώπιος ενωπίω,
κι ο χρόνος δεν είναι πια
το άλλοθι των λιπόψυχων/
ΚΛ – 26/09/2017

photo: JJ Soenen – Marvin Gaye and Freddy Cousaert
– Ostend, Belgium, 1981

εντός παρενθέσεως

Μέρες πέρασαν με στερεή ανάφλεξη,
δίχως καθόλου φλόγα.
Κρίμα και σε εκείνα τα γκαστρωμένα όνειρα
που γύμναζαν τη μέρα στο μεϊντάνι της, 
με χασεδένια σορτσάκια
χρώματος βαθύ μπλε της σημαίας/
κρίμα και σε όσα μάτια άστραψαν
κι έπρεπε να σφαλιστούν
για να μην κλάψουν,
όπως σουρούπωνε κι έφευγε το S8 για Ottignies/
Να τώρα εδώ ξαναβλέπω
πώς τα τοπία αλλάζουνε μανίκι,
κι η Κούλουρη
στρογγυλεύει – λες – κι άλλο
ενώ μια τρυφηλή εσοχή της
νύχτας,
αποτελειώνεται/
Μια παρένθεση είναι η ζωή,
που χειμάζεται συστηματικά απ’ τον χρόνο
-συστηματικά και εκ προοίμιου-
Η φλυαρία κι η αυθάδεια
των νειάτων μας
αναπτύσσονται βεβαίως,
εντός παρενθέσεως/
ΚΛ – 22/09/2017

photo: Nils Strindberg
Camp on White Island
From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print

το κομπολόϊ

Με βλέπεις που αγωνιώ,
παλιέ συμμαθητή,
εδώ που χαζοπίνουμε κι άδουμε τον Πινόκλη,
δες
που μετρώ τις μέρες μου όπως μετρούσα του παππούλη μου τις χάντρες:
σπρώχνοντας τις προηγούμενες μακριά από τις επόμενες/
δες
το έρμα τους πως εγκαθιστά μιαν άνιση παλάντζα,
και καθεμιά
πως κουμπώνει οριστικά,
με εναν ήχο αμετάκλητο,
σα μια πόρτα που κλείνει/
το βλέπω όσο διψώ για αφορμές
όπως και το παρόν
που απισχνάται
στη γραμμή μεταφοράς:
αδύνατον να βρεις τη μέση
αφού η μέση είναι μια διαίρεση (του τέλους δια του δύο)
και το τέλος ουδείς γνωρίζει,
ουδείς αναγνωρίζει/
ΚΛ – 02/09/2017

photo: Nils Strindberg
Moving a boat through the icy waters

From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print

 

το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

όσο μακραίνουμε, κοντεύουμε

Κι αν είναι δυνατόν
ένα ποίημα να επιστρέφει
με σθένος υγρό
(λευκό είναι το χιόνι μα όχι και ο αμέτοχος χιονιάς)
καθώς ξημερώνει και ανοίγονται οι ήχοι,
όπως μια παλιακή βεντάλια
ξεδιπλώνοντας
αγκούσες απ’ τη μια,
μα και των κοριτσιών
το πρώτο ξαράχνιασμα,
βραχνή στέκει κι η φωνή της
σαν τριχιά κερωμένη:
-εδώ ξεσηκώθηκε για λίγο ο χρόνος
κι από μέσα του πέρασα ΕΓΩ/
σαν να λέει,
τώρα που το σημάδι της μακραίνει από εδώ,
μα το δικό μου
κοντεύει κατά κείθε.
ΚΛ – 24/08/2017

το φιλικό ιξώδες

Ήρθαν κι οι θάλασσες,
πικρές κι ανάλατες
σαν μια
προσομοίωση. 
Και μίλαγαν στο χώμα
πιο τρυφερά κι από της
μάνας
το αφηρημένο χάδι.
Μα τι ήταν εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ;
Πώς ξεφούσκωσε, μέσα στης νύχτας τη ζάχαρη,
μια ιδέα απλή,
κι έγινε ένα ζαρωμένο παλίμψηστο
που χλωμό αναβοσβήνει,
σταθερά και παράξενα,
πάνω στην κοιλιά μου,
σαν εκείνο το φάρο,
στη στροφή,
μετά τα βράχια;
-Δε θα βυθιστώ,
σου λέω όταν απελπίζομαι,
και ζω και τεντώνομαι και χωνεύω
σαν φίδι
που μεγαλώνει μόνο στο μάκρος του,
τόσο ευθύς
ώστε να μην
διατρέχω καν τον χρόνο,
ακίνητος
κι ανάλαφρος,
να επιπλέω πάνω του
είτε σαν πουλί
είτε σαν ψάρι/
αυτό ακριβώς,
το φιλικό ιξώδες,
είναι που μας σώζει/

ΚΛ -09/08/2017

photo: Peta Clancy (Born 1970, Melbourne, Vic, Lives and works Melbourne, Vic)
Fissures in time (L to R) #3 #1 #2 #4
2017
Archival pigment prints
Courtesy the artist

η νύχτα

Υπάρχει μια νύχτα που όλο μου διαφεύγει,
σαν ένα τελευταίο νυχτερινό λεωφορείο
που δεν το προλαβαίνουμε/
όμως
ένα αγόρι με ασπίδα ουρανού,
την ψάχνει στα βότσαλα και στις σπηλιές των αχινών,
την ψάχνει στις άσπρες πέτρες/
εκεί όπου διασταυρώνονται αθόρυβα οι γραμμές των μυρμηγκιών
με τα μεσημβριάνθεμα,
και μια αγέλη πράσινων σκυλιών
διανοίγει με τα δόντια της
– μαζί με τον Εμίλιο Ετσεβάρια –
μια απόδραση απ’ το Αμόρες Πέρρος/
την ψάχνει μες στην αστρική αχλύ
στις στάχτες των δασών και των ερώτων,
μα όταν μαζεύει την απόχη του,
πνίγεται ολόκληρη
σε μια κόκκινη αιχμή
και το φως της
δακρύζει τον ήλιο σαν σκουπίδι/
Εκεί θυμάμαι που έπλεα σα φουσκωμένος διάνος
στης ποίησης το αδράχτι,
προτού
να αρχίσω να ζηλεύω, τη σιωπή των δέντρων
και του σκότους
το πολύχρωμο επισκίασμα/
ΚΛ – 17/08/2017

photo: Walker Evans (1903-1975)
Stamped Tin Relic
1929
Gelatin silver print
23.3 x 28 cm
Collection Centre Pompidou, Paris Achat en 1996
© Walker Evans Archive, The Metropolitan Museum of Art
Photo: © Centre Pompidou / Dist.RMN-GP