το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

Advertisements

όσο μακραίνουμε, κοντεύουμε

Κι αν είναι δυνατόν
ένα ποίημα να επιστρέφει
με σθένος υγρό
(λευκό είναι το χιόνι μα όχι και ο αμέτοχος χιονιάς)
καθώς ξημερώνει και ανοίγονται οι ήχοι,
όπως μια παλιακή βεντάλια
ξεδιπλώνοντας
αγκούσες απ’ τη μια,
μα και των κοριτσιών
το πρώτο ξαράχνιασμα,
βραχνή στέκει κι η φωνή της
σαν τριχιά κερωμένη:
-εδώ ξεσηκώθηκε για λίγο ο χρόνος
κι από μέσα του πέρασα ΕΓΩ/
σαν να λέει,
τώρα που το σημάδι της μακραίνει από εδώ,
μα το δικό μου
κοντεύει κατά κείθε.
ΚΛ – 24/08/2017

το φιλικό ιξώδες

Ήρθαν κι οι θάλασσες,
πικρές κι ανάλατες
σαν μια
προσομοίωση. 
Και μίλαγαν στο χώμα
πιο τρυφερά κι από της
μάνας
το αφηρημένο χάδι.
Μα τι ήταν εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ;
Πώς ξεφούσκωσε, μέσα στης νύχτας τη ζάχαρη,
μια ιδέα απλή,
κι έγινε ένα ζαρωμένο παλίμψηστο
που χλωμό αναβοσβήνει,
σταθερά και παράξενα,
πάνω στην κοιλιά μου,
σαν εκείνο το φάρο,
στη στροφή,
μετά τα βράχια;
-Δε θα βυθιστώ,
σου λέω όταν απελπίζομαι,
και ζω και τεντώνομαι και χωνεύω
σαν φίδι
που μεγαλώνει μόνο στο μάκρος του,
τόσο ευθύς
ώστε να μην
διατρέχω καν τον χρόνο,
ακίνητος
κι ανάλαφρος,
να επιπλέω πάνω του
είτε σαν πουλί
είτε σαν ψάρι/
αυτό ακριβώς,
το φιλικό ιξώδες,
είναι που μας σώζει/

ΚΛ -09/08/2017

photo: Peta Clancy (Born 1970, Melbourne, Vic, Lives and works Melbourne, Vic)
Fissures in time (L to R) #3 #1 #2 #4
2017
Archival pigment prints
Courtesy the artist

η νύχτα

Υπάρχει μια νύχτα που όλο μου διαφεύγει,
σαν ένα τελευταίο νυχτερινό λεωφορείο
που δεν το προλαβαίνουμε/
όμως
ένα αγόρι με ασπίδα ουρανού,
την ψάχνει στα βότσαλα και στις σπηλιές των αχινών,
την ψάχνει στις άσπρες πέτρες/
εκεί όπου διασταυρώνονται αθόρυβα οι γραμμές των μυρμηγκιών
με τα μεσημβριάνθεμα,
και μια αγέλη πράσινων σκυλιών
διανοίγει με τα δόντια της
– μαζί με τον Εμίλιο Ετσεβάρια –
μια απόδραση απ’ το Αμόρες Πέρρος/
την ψάχνει μες στην αστρική αχλύ
στις στάχτες των δασών και των ερώτων,
μα όταν μαζεύει την απόχη του,
πνίγεται ολόκληρη
σε μια κόκκινη αιχμή
και το φως της
δακρύζει τον ήλιο σαν σκουπίδι/
Εκεί θυμάμαι που έπλεα σα φουσκωμένος διάνος
στης ποίησης το αδράχτι,
προτού
να αρχίσω να ζηλεύω, τη σιωπή των δέντρων
και του σκότους
το πολύχρωμο επισκίασμα/
ΚΛ – 17/08/2017

photo: Walker Evans (1903-1975)
Stamped Tin Relic
1929
Gelatin silver print
23.3 x 28 cm
Collection Centre Pompidou, Paris Achat en 1996
© Walker Evans Archive, The Metropolitan Museum of Art
Photo: © Centre Pompidou / Dist.RMN-GP

στιγμές

Είναι στιγμές που βιάζονται να μας προσπεράσουν
λες και δεν αξίζαμε να μας συμβούν,
μα τις περιμένουμε να ξαναλάμψουν στον ύπνο μας,
το ίδιο γρήγορες και τύποις ταπεινές
με μιαν ουγγιά μεταμφιεσμένο χρυσάφι
που θα ανταλλάξουμε με σάρκα,
σαν ένας άλλος – ενοχικός – Σάιλοκ.
Μια στροφή από ένα ποίημα του Καβάφη,
που την άνοιξη σκυλεύει
την αλεξανδρινή κατατομή και το ουράνιο σώμα,
τα φύλλα όπως ανοίγονται σαν σέπαλα μαρμάρινα
να ακροθιγούν από τα χείλη της/
Η εισαγωγή των Χρυσανθέμων του Πουτσίνι,
και πως επιστρέφει επ’ αυτής στη Μανόν Λεσκό/
Ένα φιλί που μας έκαψε σαν αραιό υδροχλωρικό
κι έκτοτε μας θυμίζει και τον έρωτα και τη χημεία του.
Μια μπαλάντα του Ντίλαν που δεν έχει ακόμη γραφτεί,
μα ξεκινάει με το ίδιο δωδεκάμετρο,
που ξεκινάει κάθε Μεγάλη Παρασκευή/
Τα δάχτυλά της πως νύχιαζαν τον άνεμο
και πως σηματωρούσαν,
σαν πάσχιζε να μου μιλήσει για την αγάπη,
και τα λόγια δεν της έφταναν.
Κι άλλες πολλές που θα θελα να
εκτείνονταν και να γεμίζαν τη ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη,
μονωτικά,
σαν ένα στρώμα από αφρό πολυουρεθάνης/
Κι όλες οι υπόλοιπες,
όσες βυσσοδομούν νυχθημερόν τ’ ανάξιο τομάρι μου,
– μου αξίζαν, δεν μου αξίζαν –
να με παρέκαμπταν
δια παντός
και αμετακλήτως.

ΚΛ – 06/08/2017

photo: John Brack (Australia 1920-99)
Self-portrait
1955
Melbourne, Victoria
Oil on canvas
National Gallery of Victoria
Purchased with the assistance of the National Gallery Women’s Association, 2000

η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ακατάλληλοι για ποίηση

Για όσες αρνήσεις φυτεύτηκαν στο κενό μας,
θα φυτρώνει πάντα μια αδιαμφισβήτητη κατάφαση/
η άρνηση της πτήσης
στις κατασκευές του Λεονάρντο,
θα ανακαλεί τη νομοτελή βαρύτητα
ενώ η απώλεια της νιότης μας,
θα οδηγεί
στη θεοποίηση του κάλλους,
κι όμως
πικρά θα διαπιστώνω διαρκώς,
πως δεν τα καταφέρνουμε να αποφανθούμε
ούτε για την πτήση ούτε για το κάλλος,
έτσι περιγραμματικά κι ασθενικά που πορεύονται γύρω μας,
σαν με τα δάχτυλα ενός αγάλματος στραμμένα
προς τη δροσιά των άστρων,
την ωραιότητα απλά υμνώντας ενός πολεμιστή,
ή τις φλύαρες σπηλιές
εκείνης της κοπέλας με το ασύμμετρο βάδισμα,
ή την αναλαμπή μιας εκκένωσης
στο χθόνιο λιβάδι,
τις σάρκες που βλήθηκαν
και το πώς μύριζαν οι κορυφές των πεύκων μετά/
Αποδειχτήκαμε τόσο ακατάλληλοι για ποίηση,
όσο ένας κόκκος σκόνης
που προσπαθεί να εξηγήσει τις τρεις διαστάσεις,
στο χρόνο και στους θεούς.
ΚΛ – 30/07/2017

 

photoGertrude Käsebier
The Sketch (Beatrice Baxter)
1903
platinum print
Gift of Hermine Turner
Collection of George Eastman House,
International Museum of Photography and Film

τα κορδόνια

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε τα δάχτυλα,
έβγαλε την τραγιάσκα,
κι έδεσε τα κορδόνια του σφιχτά/

(για τον παππού τον Παύλο)

photoRene Burri
‘Bilbao, Spain’
1957

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

το απαραίτητο φεγγάρι

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg