νόστιμον ήμαρ

 


Σαν νύχτωνε τα Σάββατα,
έσερνε ένα χάχανο,
δροσερό σαν αφόρετο παπούτσι,
καθώς τα φτερά της έτριζαν στην αύρα,
κι από το δρόμο ένας αχός,
άνθρωποι και κένταυροι συγκρούονταν τυχαίως,
το ποδοβολητό από τις οπλές τους,
και τα ελεεινά ερίφια από τις παρακείμενες στρούγκες,
αιωνίως διψασμένα.
Η φωτεινή μέρα που κατέληγε
μες στην στενή θαλάμη,
ενώ στην κουζίνα τα χνούδια σβούριζαν,
λες κι ήμασταν κάνας αγρός πρωτομαγιά.
Τηγάνια και τυριά καμένα και
μια σεληνιακή αιθάλη,
πικρή σαν αψύ αμύγδαλο,
και το θρασύ ελαιόλαδο
που άναβε στο στήθος της,
σαπωνοποιημένο.
Εκεί που χα δαγκώσει,
ξεφύτρωνε χρυσίζον,
ντροπαλά,
το πλέον νόστιμόν μου ήμαρ .


photo
: Vanessa Winship
Untitled from the series she dances on Jackson. United States
2011-2012
© Vanessa Winship

η λαχτάρα των θάμνων να ονειρεύονται τα δέντρα

bourke-white-at-the-time-of-the-louisville-flood-web

στη σύλληψη της ποίησης εν στάσει/
στην αφή των στίχων με τα δάχτυλα/
η αιώνια έκταση,
συμπιέζει την αδιάστατη στιγμή,
με μικρές αποδραστικές αυταπάτες/
το σάλιο της,
διώρυγα
τεντωμένων κλαδιών προς τα νέφη,
κι όμως τα χαμηλά σπαρτά
αντηχούν την ηδονή
των κορμιών που φιλοξένησαν/
την προηγούμενη κρύα νύχτα/
ίσως και μερικά σημεία
φωτιάς,
που σιγοκαίνε ακόμη στις ρίζες/
νεαροί δεντρικοί δορυφόροι να φυτρώνουν ανάποδα,
μια αντιστροφή κοινωνιολογίας του πλήθους,
εν τω γεννάσθαι/

photoMargaret Bourke-White (American, 1904-1971)
At the Time of the Louisville Flood
1937
Gelatin silver print
George Eastman Museum

τα αδέρφια Σταύρου

three-young-men-paying-homage-to-elvis-on-the-13th-anniversary-of-elvis-death-elvis-memorial-melbourne-1990-web.jpg
Θυμάμαι τα αδέρφια Σταύρου/

-νεκρά από χρόνια-

τα μάτια τους που ήταν φωλιές πουλιών

στο αφήλιο τους,

και τα σκληρά τους κόκαλα,

λευκά πως άστραφταν εντός τους.

Κι όμως χαρήκαμε που εξαφανίστηκαν/

μια πούδρα γλυκιά,

κόκκινη πάπρικα τους εξαΰλωσε ενέσιμους στα πολυβολεία,

και τα λεπτά χαμόγελα που ήταν σφιχτά σαν όστρακα,

δίχως δόντια,

έπεσαν με τον βοριά/

Και που εράσθηκαν,

στο κομμένο χόρτο συναυτουργοί,

ξεχάστηκε γρήγορα,

το εφηβικό τους λάσο,

ανίερες δαμάλες που αιωρούνταν στον οίστρο τους,

απ’ του φαλλού τους τον κρίκο,

οι καμμένοι τους βόστρυχοι/

όμως όσα ήταν να φέρουν,

έφεραν/

τρίμματα γέλιου και ηδονών

αλλά ως εκεί/

Αυτονόητα

-παρότι νωρίς-

η ψυχή τους απήχθη

απ’ τον ανήκεστο χρόνο,

ολοκληρώνοντας.  

Ποιος τον χρειάζεται τον φλύαρο έρωτα και το έκπαγλο κάλλος;

Μονάχα η μάνα τους,

στρώνει και ξεστρώνει ακόμη τα σκεπάσματα/

και ξεφορτώνει κάθε πρωί,

τις πέτρες απ’ τα μαξιλάρια.

 

photo: Polixeni Papapetrou
Three young men paying homage to Elvis on the 13th anniversary of Elvis’ death, Elvis Memorial Melbourne
1990
Selenium toned gelatin silver photograph
40.7 x 40.7 cm
Courtesy of the artist and Nellie Castan Gallery, Melbourne and Stills Gallery, Sydney

παγίδα/ συλλογή «Η πτήση και το χιόνι»

image

άχρονος και μόνος και δασύς/
να ζω μες στο καλέμι /
και να μιλώ στο μάρμαρο/
-κι ας τρέμω να μη σκίσει-
να μην χωράω στη ζωή/
και όλο να γυρίζω/
μα σαν γυρίζω/
να τεντώνονται τα πέλαγα
για να τυλίξουν τ’ άστρα/
κι όλο να σταφιδιάζω/
κι η μάνα μου –όπου τη βρω-
να μη με συμπονάει
που γέρασα το μανάρι της
μέσα στα μικρο-νειάτα/

photo: Frederico Cãmara
Sydney Sealife Aquarium, Sydney, Australia
2014
From the series Views of Paradise
Pigment ink-jet print
150.0 cm x 120.0 cm

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

αισθήσεις, μια βαθμολόγηση/ η πλευρά της εποπτείας (από τη συλλογή «Η Πτήση και το Χιόνι»)

φωτογραφία 1

Για τον άνθρωπο/
ότι συνάγεται απ’ την εμπειρία του/
-δηλαδή μια φαινόμενη πρόσληψη ορατών τε πάντων και αοράτων-
είναι ένας κόσμος γυαλιστερός και πεντακάθαρος/
(όπως όταν φοράμε για πρώτη φορά/
τα σωστά γυαλιά)
άπειρος διαστάσεων και πολυπλοκότητας/

Αντιθέτως η άρνηση του εμπειρικού σύμπαντος

-η διαπίστωση της απουσίας του-
είναι μια θάλασσα εν βρασμώ τυφλότητας/
ερεβώδης και πηχτή/
ένα στρογγυλό μηδενικό δίχως παρακλάδια/
ένα κενό, ένα τίποτα/

Μεταξύ του λαμπερού απείρου και του ευτελισμένου μηδενός/
στερεοποιούνται οι αισθήσεις κατά φθίνουσα τάξη/
ώστε ανάμεσα στην πραγματικότητα/
και στην άρνησή της/
να μεσολαβεί/ 

ένα αδιάκοπο συνεχές, εκφυλιζόμενης εμπειρίας/

Οι διαφορές τους, ποιοτικές και πεπερασμένες/
-αν και λογίζονται απειράριθμες στον κορμό της συνείδησης-
διακρίνουν τους εαυτούς σε δικούς και ξένους/
σε θεϊκά πανέμορφους/
και σατανικά κακάσχημους/
(Δες εμένα, που ερωτεύομαι εσένα, που δεν ερωτεύεσαι κανέναν)
κι έτσι πάει μια σκάλα εμπειρίας και συναίσθησης/
με έρωτες και βάσανα/
κι αγώνες ζευγαρώματος/
που μας φέρνει ως την κερκόπορτα της ύπαρξης/

Εκεί κατάκοποι/ 

αλλά μόνοι, καταλήγοντας/

αγωνιζόμαστε για λίγο να κατανοήσουμε και το τέλος/

πριν συμβεί/
Όμως αυτό το τέλος, είναι στην πράξη ένα τέλος των αισθήσεων/

Και το τι έρχεται μετά/
δεν προορίζεται να κατανοηθεί/

φωτογραφία 2

art at display:
Robert Gober (American, born 1954)
The Ascending Sink
1985
Plaster, wood, steel, wire lath, and semi-gloss enamel paint
Two components, each: 76.2 x 83.8 x 68.6 cm; floor to top: 233.7 cm
Installed in the artist’s studio on Mulberry Street in Little Italy, Manhattan
Collection of Thea Westreich Wagner and Ethan Wagner, New York
Promised gift to the Whitney Museum of American Art
Image Credit: John Kramer, courtesy the artist
© 2014 Robert Gober

photo: Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Point Lobos Tide Pool
1957
Gelatin silver print
7 9/16 x 9 ½ in.
Collection Center for Creative Photography
© Bullock Family Photography LLC

η δίψα και η γλώσσα/ ομογενοποίηση

brassai-web

Πέρασε τα μακριά της δάχτυλα και ίσιωσε το κουβούκλιο γύρω από το στήθος. Ο λαιμός της μακρύς, δίχως γάζες επούλωσης, δίχως καλλωπιστικά φουλάρια, άρχιζε στους ώμους και τελείωνε πλέον, λίγο πριν τη μύτη, τη φαγούριζε και ίδρωνε, ενώ άκουγε τα τριζόνια να σημαδεύουν κατευθείαν επάνω στο ραμμένο στόμα. Έτσι της φαινόταν.  Το πλεξιγκλάς μάζευε τον ήλιο και τον έριχνε στα μάτια της. Έτσι τα κρατούσε κλειστά για πολύ, μόλις τα άνοιγε έβλεπε όσα δεν ήθελε (δηλ. όσα δεν έπρεπε) και τα ξανάκλεινε. Π.χ. στο παράθυρο σερνόταν ένα έντομο σκούρο πράσινο σαν υγρή μούχλα. Και πόσα –αμέτρητα- κουνούπια, δε φλυαρούσαν απ’ έξω με προβοσκίδες επίθεσης; Από ένα ραδιόφωνο βραχέων ακουγόταν ο Βάγκνερ της καρδιάς μας, Τριστάνος και Ιζόλδη.

-Δεν είναι αρρώστια ούτε αναπηρία: μια μικρή, εγκάρσια, απόληξη γλώσσας που φυτρώνει κατευθείαν στο διάφραγμα, σκεφτόταν ψύχραιμα.

-Ίσα, ίσα,  από δω φαίνεται να περνάει κι ο αέρας συριστός και να σκάβει την χωμάτινη πέτρα του Αρχαγγέλου, (καθώς αναπνέω). /Άφυλος Αρχάγγελος και χωρίς στόμα, αλλά αισθάνεται τη γεύση/.   Από εδώ μέσα, οι ώρες μου μετρώνται σύγκρυες σαν τον κομμένο πάγο, από αυτήν τη λεπτή ουλή (αντί για στόμα). Με ρωτήσανε, και μόνη μου αποδέχθηκα. Είναι επειδή αρνήθηκα να μεταφέρω τα αδυσώπητα δόντια του χάρου πάνω στη ζωή μου, το ξέρω. Για αυτό λουφάζω τώρα, ένας σκαντζόχοιρος με μύτη λουτρ, και γυάλινα μάτια, αλλά ζωντανή. Για να μιλάω έχω το βήχα μου, που γίνεται λόξυγκας κάθε δώδεκα λεπτά, και πάλι βήχας, και πάλι λόξυγκας. Φωνήεντα δεν απαριθμούνται, ούτε εκφέρονται. Μόνο δωδεκάλεπτα ρυθμικών, ανακλαστικών δονήσεων. Αλλά μπορούμε και πάλι να συνεννοηθούμε (εγώ και αυτοί). Το βράδυ που χαμηλώνει αυτό το πήλινο χέρι, με τις φλέβες από χορτάρι και τον εντοιχισμένο ήλιο, μου δείχνει τα μονοπάτια με τα ξερά του δάχτυλα. Εγώ υπνοβατώ και τα βαδίζω, αλλά διψάω στο τέλος κάθε διαδρόμου, και γυρίζω πάλι πίσω για νερό. Έτσι το χάραμα είναι σα να μην έχω κάνει βήμα. Στον ύπνο δε βήχω, δεν έχω λόξυγκα, και μπορείς να πεις είμαι σε γενικές γραμμές όπως παλιά, άνθρωπος. Η τομή με τη γλώσσα δε λειτουργεί, και δεν υπάρχει καθρέφτης, να δω τα σάλια, ή ένα αιματηρό κατάλοιπο που εκρρέεται σταθερά απ’ τα χείλη της. Μέχρι και που σφυρίζω, ενώ περπατώ στα λιβάδια του μαύρου χόρτου και η πλάση πίσω μου βαθαίνει κι απλώνεται όλο και πιο σκληρή, με μπλε πέρατα, λιβάνι και καλεσμένους στο γάμο. Πάντως, άνθρωπος! Όλοι με αγκαλιάζουν, όλοι με χτυπούν στην πλάτη. Όλοι μου δείχνουν τον γαμπρό, άσπρο και χάρτινο, στημένο σπαθί, ανεβασμένο στο θρόνο. Κάποιοι με φιλούν επίμονα, στο ραμμένο μου στόμα (το ανθρώπινο). Ώσπου φτάνω στην άκρη διψασμένη, όπου με ρουφάει πίσω μια δίνη με ορμή. Όλοι το λένε: δε θα με αφήσουν να πεθάνω από δίψα! Εκεί κλαίω το αίμα και τα δάκρυα του αιώνιου χειμώνα, εκεί χτυπιέμαι, εκεί γρατσουνίζομαι και κόβομαι!

-Μα δεν έχω στόμα να πιω! τους φωνάζω ασταμάτητα. Όμως για δώδεκα λεπτά ακούγεται μόνο ο βήχας. Έπειτα πάλι λόξυγκας.

Photo: Brassaï
Occasional Magic (Sprouting Potato)
1931
Gelatin silver paper
28.8 x 23 cm
Photo: Christian P. Schmider, Munich
© ESTATE BRASSAÏ – RMN

η άνθηση του άστρου/ μερικές μέρες τυφλότητας

 

Αντίθετα από τα φωνήεντα
μες στα χρόνια δε λέω μόνο «άσπρισα»,
λέω και «μαύρισα».

Διότι δυο μονοπάτια χαράζει ο καιρός
ένα του κορμιού/
που ασπρίζει με τα χρόνια,
από την κεφαλή ως την ήβη του,
-θλιβερά, σα μια φέτα χιόνι-
κι ένα της ψυχής/
που ταράσσεται και φουσκώνει
μαύρες σμέρνες,
στην αντικειμενική αγρανάπαυση της θνητότητας.

Έτσι εξαγνίζεται η ρευστή αγνότητα της πούδρας του χρόνου
με το έρεβος του οντολογικού τετέλεσται,
κι ο καημένος ο άνθρωπος
ούτε αστράφτει, ούτε σβήνεται/
διατηρείται οπτικά ουδέτερος
υπαινικτικά,
πλήρης θεϊκού προσόντος,
αλλά προκρούστεια,
ευνουχισμένος.

Μόνο που και που κάποιος γέροντας
ενώ φεύγει,
ανάβει κάτασπρος εκτυφλωτικός
υπερκαινοφανής/
Για μέρες μετά, οι υπόλοιποι τυφλωμένοι,
βλέπουμε γύρω μας μόνο άσπρο.

(στον πατέρα μου)

 

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010
© Vanessa Winship

 

έλξη/ η διδαχή του χρόνου (από τη συλλογή: «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»)

 

Στις ακτές κατέληξα απελπισμένος για υγρασία,
ήλιος και σελήνη,
συζευγμένα εκκρεμή, δίδασκαν το χρόνο,
διαυγείς οι θάλασσες – δοχεία διήθησης-
και τα γαλάζια περιδέραια,
άφριζαν άμμο/

Πώς αποκόπτονταν απ´ τα πλευρά των βρεφών,
ακέραια σύννεφα με πηλό της Αμμόχωστος;

Αλλά το άγριο χρώμα στην διόπτρα του βάτραχου Ροθ,
αγγέλεται υπό των ήλων
κι οι πόθοι των βρεφών,
γέροι και βαρείς,
παλιώνουν ασφαλείς/
Κι ενώ τα έλυτρα τους σηματωρούν,
-δέρμα ευερέθιστο στην τυφλή κηλίδα-
το νωπό τριάκτινο ήμαρ μου,
έλκεται συντριπτικά,
από του βλαστού σου την άβυσσο/

Καμιά (υπεκ)φυγή δεν συμπυκνώνεται στ’ αλήθεια.
Το κενό να διώκει το ερωτευμένο αεικίνητο,
δεν είναι η θεραπεία/

photo: Kati Horna
Untitled
Paris, 1939
From the Muñecas del miedo series [Dolls of Fear],
Gelatin silver print
15.3 x 22.8 cm
Archivo Privado de Fotografía y Gráfica Kati y José Horna
© 2005 Ana María Norah Horna y Fernández

 

η ευγνωμοσύνη των κυττάρων/ από τη συλλογή «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»

 

Όταν εγκατέλειψα τη γλώσσα,
σύρθηκαν τα βουνά από κάτω μου να με σηκώσουν,
εμένα που τι ήμουν,
ένα άδειο σπήλαιο,
χωρίς ποτάμια,
χωρίς χρόνους,
δαγκωμένο στη μιαν άκρη
από τον καημό της μικραγάπης.

Γύριζα και γύριζα στον αέρα της
και ήταν ο καιρός χλωμός,
άκυρος και νωθρός, σαν πεφταστέρι.
Κι όσα κόκαλα μάζευα από την ουρά του,
τα έκανα πιόμα,
να έχει ουσία το ραχάτι στη λιακάδα,
όταν έρθει.
Μα δεν ερχόταν.

Τα κορίτσια που φόρεσα πριν,
ήταν χελιδόνια.
Κι από τα ράμφη τους ακούγονταν βρισιές.
Χύμα, θολός κι ασυγκέντρωτος,
όμως δεν τους μαρτύρησα το είναι.
Κι όσα μου έστιξαν,
με βελόνες κι εκδορές,
τυμπάνισαν το δέρμα
ξερό και πράσινο,
υδαρές έμπυο,
κακοφορμίζον.
Διότι, δικό τους ρώτησαν να με έχουν,
το παιγνίδι τους,
που το βρήκαν ρημαγμένο σε ελεύθερα σχήματα,
λοιμώδη νερά και άσπρα χέρια.

Όμως δεν ήμουν κανενός:

Τα μάτια, που έριζαν,
ήταν του κόσμου.
Τα γλυκά καλοκαίρια
που ανέβαινε η αψιά μυρωδιά ως τη σκεπή,
ήταν και της μάνας μου.
Τα παιδιά μου και τα αποποιήματα,
οι ενδεχόμενοι σπόροι,
ήταν της ζωής που ενέπαιζε,
άνοιξη στην αρχή,
ερωτεύτηκε μετά
μια νύχτα αρχάγγελη.

Αλλά έτσι είναι κι ο θάνατος.

Ώσπου ήρθε
καθαυτή της,
χώρεσε πάνω μου δια δύο
το ροζ αηδόνι της
-έντιμο δοχείο η προσευχή-
διεστάλη υγρή
και με έσβησε.
Άλαλος έκτοτε
-με νεύματα-
καταπίνω το χρόνο της
μέχρι να σκάσω.

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010
© Vanessa Winship

ένα καλοκαίρι (και ο θεός του)

Εικόνα
κάθε που πήγαινε να φτάσει την αγάπη/
γλίστραγε/
έφταιγε η εποχή/
το τέλος της γηραιάς εφηβείας/
ενοχικές επισκέψεις στα δωμάτια της Άνοιξης προσημαίνουσες/
όλοι οι παιδικοί Χειμώνες με γυμνή γάμπα στο πορώδες χιόνι/
και τα φυτίλια του Σεπτέμβρη μετά τη βροχή/
εκεί το παγωτό/
ένας λόφος τροχήλατων εμποτισμένων σε νωπό βερνίκι/
κατέρρεε/
η γαζίες μεσημεράκι τρυφερό στον μέσα κήπο/
εξέπνεαν/
ψυχούλες τριζόνια/
στον ασβέστη/
θεριά υδρολύονταν/
άρα διψούσε για αυτό:
ανερμάτιστος ήλιος/
αραιή υγρασία και εν εξελίξει υδρατμοί/
τυφλό φως στο λευκό απόγευμα/
σταρένιο σώμα/
αγκάθι στη γλώσσα του δέρματος τα δροσερά πλακάκια/
αιώνιο θέρος/

ποιός διηύθυνε;
η αφαιρετική υπεροντότητα του θέρους/
– καθε εποχή/
εφευρίσκει το δικό της Θεό-

photo: Arthur Wigram Allen – Joyce preparing to dive, 15 January 1905