νόστιμον ήμαρ

  Σαν νύχτωνε τα Σάββατα, έσερνε ένα χάχανο, δροσερό σαν αφόρετο παπούτσι, καθώς τα φτερά της έτριζαν στην αύρα, κι από το δρόμο ένας αχός, άνθρωποι και κένταυροι συγκρούονταν τυχαίως, το ποδοβολητό από τις οπλές τους, και τα ελεεινά ερίφια από … Συνέχεια

καλοκαίρι ΙΙΙ

Απαλά μεγαλώνω, πάνε χρόνια στο πρώτο μου καλοκαίρι στο Πεύκο, στο Λουτρόπυργο, στην Κινέττα ή στο Γερμενό, στα Παλαιοκούντουρα, όπου αιωρείται η άμμος στην φωλιά με τα αρθρόποδα, στο γηροκομείο, η εξωτική Αγία σταυρώνει παρθένους, τα τζιτζίκια ερίζουν των κρεβατιών … Συνέχεια

επιλεκτική ακοή (παραλλαγή)

Η ζωή μας παγώνει (προτού στεγνώσει) χώμα λεπτόροο και νιφάδες χάους, δίχως ελκυστή/ Κι ας έψαξε εις μάτην για τον αστράγαλο, στον ήλιο είχε σταθεί έκθαμβη πιρουέτα η χλωμή κοπέλα. Το φύλο της σαρκοφάγο, κατάπινε το κεφάλι μου/ Στα φτερά … Συνέχεια