η λαχτάρα των θάμνων να ονειρεύονται τα δέντρα

bourke-white-at-the-time-of-the-louisville-flood-web

στη σύλληψη της ποίησης εν στάσει/
στην αφή των στίχων με τα δάχτυλα/
η αιώνια έκταση,
συμπιέζει την αδιάστατη στιγμή,
με μικρές αποδραστικές αυταπάτες/
το σάλιο της,
διώρυγα
τεντωμένων κλαδιών προς τα νέφη,
κι όμως τα χαμηλά σπαρτά
αντηχούν την ηδονή
των κορμιών που φιλοξένησαν/
την προηγούμενη κρύα νύχτα/
ίσως και μερικά σημεία
φωτιάς,
που σιγοκαίνε ακόμη στις ρίζες/
νεαροί δεντρικοί δορυφόροι να φυτρώνουν ανάποδα,
μια αντιστροφή κοινωνιολογίας του πλήθους,
εν τω γεννάσθαι/

photoMargaret Bourke-White (American, 1904-1971)
At the Time of the Louisville Flood
1937
Gelatin silver print
George Eastman Museum

τα αδέρφια Σταύρου

three-young-men-paying-homage-to-elvis-on-the-13th-anniversary-of-elvis-death-elvis-memorial-melbourne-1990-web.jpg
Θυμάμαι τα αδέρφια Σταύρου/

-νεκρά από χρόνια-

τα μάτια τους που ήταν φωλιές πουλιών

στο αφήλιο τους,

και τα σκληρά τους κόκαλα,

λευκά πως άστραφταν εντός τους.

Κι όμως χαρήκαμε που εξαφανίστηκαν/

μια πούδρα γλυκιά,

κόκκινη πάπρικα τους εξαΰλωσε ενέσιμους στα πολυβολεία,

και τα λεπτά χαμόγελα που ήταν σφιχτά σαν όστρακα,

δίχως δόντια,

έπεσαν με τον βοριά/

Και που εράσθηκαν,

στο κομμένο χόρτο συναυτουργοί,

ξεχάστηκε γρήγορα,

το εφηβικό τους λάσο,

ανίερες δαμάλες που αιωρούνταν στον οίστρο τους,

απ’ του φαλλού τους τον κρίκο,

οι καμμένοι τους βόστρυχοι/

όμως όσα ήταν να φέρουν,

έφεραν/

τρίμματα γέλιου και ηδονών

αλλά ως εκεί/

Αυτονόητα

-παρότι νωρίς-

η ψυχή τους απήχθη

απ’ τον ανήκεστο χρόνο,

ολοκληρώνοντας.  

Ποιος τον χρειάζεται τον φλύαρο έρωτα και το έκπαγλο κάλλος;

Μονάχα η μάνα τους,

στρώνει και ξεστρώνει ακόμη τα σκεπάσματα/

και ξεφορτώνει κάθε πρωί,

τις πέτρες απ’ τα μαξιλάρια.

 

photo: Polixeni Papapetrou
Three young men paying homage to Elvis on the 13th anniversary of Elvis’ death, Elvis Memorial Melbourne
1990
Selenium toned gelatin silver photograph
40.7 x 40.7 cm
Courtesy of the artist and Nellie Castan Gallery, Melbourne and Stills Gallery, Sydney

παγίδα/ συλλογή «Η πτήση και το χιόνι»

image

άχρονος και μόνος και δασύς/
να ζω μες στο καλέμι /
και να μιλώ στο μάρμαρο/
-κι ας τρέμω να μη σκίσει-
να μην χωράω στη ζωή/
και όλο να γυρίζω/
μα σαν γυρίζω/
να τεντώνονται τα πέλαγα
για να τυλίξουν τ’ άστρα/
κι όλο να σταφιδιάζω/
κι η μάνα μου –όπου τη βρω-
να μη με συμπονάει
που γέρασα το μανάρι της
μέσα στα μικρο-νειάτα/

photo: Frederico Cãmara
Sydney Sealife Aquarium, Sydney, Australia
2014
From the series Views of Paradise
Pigment ink-jet print
150.0 cm x 120.0 cm

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

καλοκαίρι ΙΙΙ

image

Απαλά μεγαλώνω, πάνε χρόνια
στο πρώτο μου καλοκαίρι
στο Πεύκο, στο Λουτρόπυργο, στην Κινέττα ή στο Γερμενό,
στα Παλαιοκούντουρα,
όπου αιωρείται η άμμος στην φωλιά με τα αρθρόποδα,
στο γηροκομείο,
η εξωτική Αγία σταυρώνει παρθένους,
τα τζιτζίκια ερίζουν
των κρεβατιών τα γαλάζια σάρωθρα,
που έγιναν ία των ματιών για τη μικρή βροχή,
ένα χέρι που γυρίζεις όταν καίγεσαι,
ή όταν σ’ αρπάζει το δηκτικό
κεντρί,
ανασαίνεις,
την παιδική σου εισπνοή έτσι σεμνός
που ντρέπεσαι να ζεις, καθώς καίγεται
τη νύχτα το φιδάκι
εκείνοι,
από τότε προβάρουν ένα νεκρό εαυτό,
στους όρμους με τα βαρκάκια
όπου απ’ τις σπηλιές,
ξεδιπλώνονται σκιές που μυρίζουν 
δεν το ξέρουν πως χρόνια μετά,
θα λείπουν έτσι δίχως σώμα/
απ’ της ζωής το κρασί.

photo: Pine trees – aluminium g-print, K.Loukopoulos 2014

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

(Εν)αιω-ρήματα (της Μαρίας Μάνδαλου)

p17-0404-portrait-of-edna-cannery-row-web

Τα μάτια σου απόψε
γυρεύω
σε λεωφόρο αορτή,
πόθος ανέγγιχτος,
γεύσης αιτία
στο κορμί μου

Να σταματάει ο μακελάρης
Χρόνος στο φανάρι
κι εμείς να περνάμε
στην αντίπερα όχθη
νάχουμε φύκια στα μαλλιά
και στίχους οργασμούς
στα χείλη

Να μη βλέπω
τα πρησμένα σου δάχτυλα
τους μαύρους κύκλους
της αγρύπνιας
τις αυλακιές του πόνου
στη μετώπη σου

Τα μάτια σου απόψε
γυρεύω,
ίχνη της άμμου
σε πανσέληνο σπάραγμα,
την αγκαλιά σου
να με ταξιδεύει
χιόνι στο απέριττο

Να μη νιώθω τη μυρουδιά
του αντισηπτικού να μη βλέπω
το φαρμάκι να σακατεύει
το πλωριό σου πρόσωπο
την ύδρα να θεριεύει
στα σπλάχνα σου

Το όνειρο που ζωγραφίζαμε
στο χάραμα
μόνο να βλέπω,
Ας ήταν και μισό,
ας ήτανε και ουτοπίας
νεύμα, κείμενο κρυπτικό
στης ενοχής μας τα μητρώα.

Απόψε αποτάσσομαι
τις υποσημειώσεις…

Μ.Μ.

photo: Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Portrait of Edna, Cannery Row
1955
Gelatin silver print
9 1/2 x 7 ½ in.
Collection of Barbara and Gene Bullock-Wilson
© Bullock Family Photography LLC.

η δίψα και η γλώσσα/ ομογενοποίηση

brassai-web

Πέρασε τα μακριά της δάχτυλα και ίσιωσε το κουβούκλιο γύρω από το στήθος. Ο λαιμός της μακρύς, δίχως γάζες επούλωσης, δίχως καλλωπιστικά φουλάρια, άρχιζε στους ώμους και τελείωνε πλέον, λίγο πριν τη μύτη, τη φαγούριζε και ίδρωνε, ενώ άκουγε τα τριζόνια να σημαδεύουν κατευθείαν επάνω στο ραμμένο στόμα. Έτσι της φαινόταν.  Το πλεξιγκλάς μάζευε τον ήλιο και τον έριχνε στα μάτια της. Έτσι τα κρατούσε κλειστά για πολύ, μόλις τα άνοιγε έβλεπε όσα δεν ήθελε (δηλ. όσα δεν έπρεπε) και τα ξανάκλεινε. Π.χ. στο παράθυρο σερνόταν ένα έντομο σκούρο πράσινο σαν υγρή μούχλα. Και πόσα –αμέτρητα- κουνούπια, δε φλυαρούσαν απ’ έξω με προβοσκίδες επίθεσης; Από ένα ραδιόφωνο βραχέων ακουγόταν ο Βάγκνερ της καρδιάς μας, Τριστάνος και Ιζόλδη.

-Δεν είναι αρρώστια ούτε αναπηρία: μια μικρή, εγκάρσια, απόληξη γλώσσας που φυτρώνει κατευθείαν στο διάφραγμα, σκεφτόταν ψύχραιμα.

-Ίσα, ίσα,  από δω φαίνεται να περνάει κι ο αέρας συριστός και να σκάβει την χωμάτινη πέτρα του Αρχαγγέλου, (καθώς αναπνέω). /Άφυλος Αρχάγγελος και χωρίς στόμα, αλλά αισθάνεται τη γεύση/.   Από εδώ μέσα, οι ώρες μου μετρώνται σύγκρυες σαν τον κομμένο πάγο, από αυτήν τη λεπτή ουλή (αντί για στόμα). Με ρωτήσανε, και μόνη μου αποδέχθηκα. Είναι επειδή αρνήθηκα να μεταφέρω τα αδυσώπητα δόντια του χάρου πάνω στη ζωή μου, το ξέρω. Για αυτό λουφάζω τώρα, ένας σκαντζόχοιρος με μύτη λουτρ, και γυάλινα μάτια, αλλά ζωντανή. Για να μιλάω έχω το βήχα μου, που γίνεται λόξυγκας κάθε δώδεκα λεπτά, και πάλι βήχας, και πάλι λόξυγκας. Φωνήεντα δεν απαριθμούνται, ούτε εκφέρονται. Μόνο δωδεκάλεπτα ρυθμικών, ανακλαστικών δονήσεων. Αλλά μπορούμε και πάλι να συνεννοηθούμε (εγώ και αυτοί). Το βράδυ που χαμηλώνει αυτό το πήλινο χέρι, με τις φλέβες από χορτάρι και τον εντοιχισμένο ήλιο, μου δείχνει τα μονοπάτια με τα ξερά του δάχτυλα. Εγώ υπνοβατώ και τα βαδίζω, αλλά διψάω στο τέλος κάθε διαδρόμου, και γυρίζω πάλι πίσω για νερό. Έτσι το χάραμα είναι σα να μην έχω κάνει βήμα. Στον ύπνο δε βήχω, δεν έχω λόξυγκα, και μπορείς να πεις είμαι σε γενικές γραμμές όπως παλιά, άνθρωπος. Η τομή με τη γλώσσα δε λειτουργεί, και δεν υπάρχει καθρέφτης, να δω τα σάλια, ή ένα αιματηρό κατάλοιπο που εκρρέεται σταθερά απ’ τα χείλη της. Μέχρι και που σφυρίζω, ενώ περπατώ στα λιβάδια του μαύρου χόρτου και η πλάση πίσω μου βαθαίνει κι απλώνεται όλο και πιο σκληρή, με μπλε πέρατα, λιβάνι και καλεσμένους στο γάμο. Πάντως, άνθρωπος! Όλοι με αγκαλιάζουν, όλοι με χτυπούν στην πλάτη. Όλοι μου δείχνουν τον γαμπρό, άσπρο και χάρτινο, στημένο σπαθί, ανεβασμένο στο θρόνο. Κάποιοι με φιλούν επίμονα, στο ραμμένο μου στόμα (το ανθρώπινο). Ώσπου φτάνω στην άκρη διψασμένη, όπου με ρουφάει πίσω μια δίνη με ορμή. Όλοι το λένε: δε θα με αφήσουν να πεθάνω από δίψα! Εκεί κλαίω το αίμα και τα δάκρυα του αιώνιου χειμώνα, εκεί χτυπιέμαι, εκεί γρατσουνίζομαι και κόβομαι!

-Μα δεν έχω στόμα να πιω! τους φωνάζω ασταμάτητα. Όμως για δώδεκα λεπτά ακούγεται μόνο ο βήχας. Έπειτα πάλι λόξυγκας.

Photo: Brassaï
Occasional Magic (Sprouting Potato)
1931
Gelatin silver paper
28.8 x 23 cm
Photo: Christian P. Schmider, Munich
© ESTATE BRASSAÏ – RMN

η άνθηση του άστρου/ μερικές μέρες τυφλότητας

 

Αντίθετα από τα φωνήεντα
μες στα χρόνια δε λέω μόνο «άσπρισα»,
λέω και «μαύρισα».

Διότι δυο μονοπάτια χαράζει ο καιρός
ένα του κορμιού/
που ασπρίζει με τα χρόνια,
από την κεφαλή ως την ήβη του,
-θλιβερά, σα μια φέτα χιόνι-
κι ένα της ψυχής/
που ταράσσεται και φουσκώνει
μαύρες σμέρνες,
στην αντικειμενική αγρανάπαυση της θνητότητας.

Έτσι εξαγνίζεται η ρευστή αγνότητα της πούδρας του χρόνου
με το έρεβος του οντολογικού τετέλεσται,
κι ο καημένος ο άνθρωπος
ούτε αστράφτει, ούτε σβήνεται/
διατηρείται οπτικά ουδέτερος
υπαινικτικά,
πλήρης θεϊκού προσόντος,
αλλά προκρούστεια,
ευνουχισμένος.

Μόνο που και που κάποιος γέροντας
ενώ φεύγει,
ανάβει κάτασπρος εκτυφλωτικός
υπερκαινοφανής/
Για μέρες μετά, οι υπόλοιποι τυφλωμένοι,
βλέπουμε γύρω μας μόνο άσπρο.

(στον πατέρα μου)

 

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010
© Vanessa Winship

 

έλξη/ η διδαχή του χρόνου (από τη συλλογή: «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»)

 

Στις ακτές κατέληξα απελπισμένος για υγρασία,
ήλιος και σελήνη,
συζευγμένα εκκρεμή, δίδασκαν το χρόνο,
διαυγείς οι θάλασσες – δοχεία διήθησης-
και τα γαλάζια περιδέραια,
άφριζαν άμμο/

Πώς αποκόπτονταν απ´ τα πλευρά των βρεφών,
ακέραια σύννεφα με πηλό της Αμμόχωστος;

Αλλά το άγριο χρώμα στην διόπτρα του βάτραχου Ροθ,
αγγέλεται υπό των ήλων
κι οι πόθοι των βρεφών,
γέροι και βαρείς,
παλιώνουν ασφαλείς/
Κι ενώ τα έλυτρα τους σηματωρούν,
-δέρμα ευερέθιστο στην τυφλή κηλίδα-
το νωπό τριάκτινο ήμαρ μου,
έλκεται συντριπτικά,
από του βλαστού σου την άβυσσο/

Καμιά (υπεκ)φυγή δεν συμπυκνώνεται στ’ αλήθεια.
Το κενό να διώκει το ερωτευμένο αεικίνητο,
δεν είναι η θεραπεία/

photo: Kati Horna
Untitled
Paris, 1939
From the Muñecas del miedo series [Dolls of Fear],
Gelatin silver print
15.3 x 22.8 cm
Archivo Privado de Fotografía y Gráfica Kati y José Horna
© 2005 Ana María Norah Horna y Fernández

 

ο βασιλιάς σαύρα

20140624-041026-15026752.jpg
Όλα τα βινύλια- συλλεκτικά και βαριά (140g +) – θρυμματισμένα, πορτρέτα λαϊκών τραγουδιστών με γυαλιστερές φράτζες και ξεκούμπωτα πουκάμισα, τεχνικολόρ από άλμπουμ των 70ς κολλημένα στους τοίχους, και μια νευρική βίδρα (πρώην σαύρα) που διέσχιζε το μονοπάτι από τη θάλασσα ως το δάσος. Ενώ βάδιζε άτσαλα από λοφάκι σε λοφάκι, γρατζούνιζε με τα νύχια, τα κατσαρά μεταβλητά ερείπια με θησαυρούς από παζάρια κι αμερικανικές αγορές ανά την Ευρώπη, δυο γραβάτες δερμάτινες στενές (μια μπλε, μια μαύρη) απ´το Camden Town, άπαντα του Ντάντε Αλιγκέρι από παλαιοβιβλιοπωλείο στη Γένοβα, τη χειρουργική του Ντε λα Μοτ, από τους μπουκινίστ στο Παρίσι, με την έγκριση του Λουδοβίκου -δεκατρία χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση. Ζαλισμένη από τα κατάμαυρα πλακάκια σε άεναη κίνηση, σταματούσε που και που, και ξερνούσε κομμάτια πορσελάνης, που είχες κερδίσει σε εκείνη τη γιορτή της τρίτης λυκείου. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε το θλιβερό σετ, σκονισμένο στο παλιό ντουλάπι της σερβάντας με τα ασημικά της μάνας σου. Τέσσερα φλυτζάνια μινιατούρες και τα αντίστοιχά πιατάκια τους αντί ενός τριπλού του Woodstock, αγορασμένο απ´ τον Βανάκο, με όλα τα τραγούδια της απελπισμένης εφηβείας μας. Μια τσαγιέρα μινιατούρα με γυριστό καπάκι και χρυσοπόρφυρη μπορντούρα αντί του Ημερολογίου Καταστρώματος Α των εκδόσεων Ίκαρος, σε μπλε σαγρέ σκληρόδετο. Τέλος μια τόση δα ζαχαριέρα, ίσα να χωράει δυο κουταλάκια σε έκταση, αντί των ποιημάτων του Μόρισον σε εκείνη τη μετάφραση με τη φράση που διάβαζε και ξαναδιάβαζε ο Μήτσου στην τάξη: «-είμαι ντάουν, ντάουν που να πάρει ο διάολος.» Από το παράθυρο εσύ, χάζευες ένα στρατιωτικό C – 130, που διέσχιζε τον Αττικό ουρανό-εκείνο το πρωί του Απρίλη του ´80- χτυπημένο από έρωτα στον αριστερό κινητήρα, ενώ δώδεκα χιλιάδες κατακόκκινα χελιδόνια που έκρωζαν σαν γλάροι, προσβεβλημένα από τον ρετροϊό «κόκκινη Σόνια», πρόδιδαν την αισθητική της γενετικής τους προδιάθεσης προς το ασπρόμαυρο, σχηματίζοντας μια αιμάτινη καμπύλη. Οι φωλιές τους κενές, άχνιζαν κατάμαυρα περιττώματα, υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να ξεχάσει η φύση. Και όλοι οι ήχοι προϊόντα αντίθεσης στην αξημέρωτη ανάμνηση ενός φιλιού κάτω από τη γλώσσα, ενός μελένιου φιλιού στον γκρεμό της σάρκας με τα χερουβείμ. Η άνοιξη δεν ξεπεράστηκε στα παιδικά μας δωμάτια με το βασιλιά σαύρα και τη γυναίκα του Λος Άντζελες, μια Βίκινγκ ξανθιά με τα μάτια των Μάουι και της Καραϊβικής. Έγινε χειμώνας ταχύτατα, όπως όλες οι ανοίξεις για όλους τους εφήβους από καταβολής. Απότομα, με ένα μπαμ. –
ΚΛ-2014

20140624-041404-15244968.jpg

http://youtu.be/NoBFhdeR9PE

ουρητήρια/ μετά τις εκλογές

20140523-030134-10894465.jpg
Τόσο βαριά που είναι η ζωή
-ακόμη και για τον ίδιο το χρόνο-
που κάμπτεται και προσκυνάει και ενστερνίζεται/
το απλό σάρωθρο/
στην πρώτη πυκνή συγκέντρωση στοιχειωδών σωματιδίων/
υψηλής καταγωγής/
έτσι – ιστορικά –
δημιουργήθηκαν οι πρώτοι δουλοπάροικοι/
η καθαριότητα βλέπεις/
είναι θέμα επιστημονικής τεκμηρίωσης πρωτίστως/
παρά ένα θέμα να το λύσει η αστική δημοκρατία/

ΚΛ – 2014 («ουρητήρια/ μετά τις εκλογές»)

photo: Υπαίθρια ουρητήρια στο Παρίσι, plateau de l’Ambigue
1876, Charles Marville (1813-1879)
Ασημοτυπία από γυάλινο αρνητικό
26.7 × 36.4 cm
Musée Carnavalet, Paris
© Musée Carnavalet / Roger-Viollet