μνήμη του απλού συμβάντος τέλους και καμιάς αρχής (Ι)

par168228-web

Κρύσταλλα ιριδίζοντας
με τη φωνή του κλέφτη,
απόσωσε μια φράση
δυό χιλιάδες χρόνια πριν
αρχινισμένη,
πως: αν πιαστείς φθινόπωρο,
σ’ αλφαδιασμένο δίστρατο,
δε θα προλάβεις
να μαντέψεις,
της δίψας σου το δρόμο,
πριν να σε βρει ολόγυμνο
του νεκρού σου η θύμηση,
πάγος και σπίρτο
στο στομάχι ή στ’ αχαμνά.

Χειμώνας ήτανε,
μα όχι βαρύς, θυμήθηκε,
και το κεφάλι του
εδώ στην παλάμη του χωμένο,
ένα αυγό στρουθοκαμήλου
με λίγες τρίχες κοντές,
και χρώμα χάρτινο.
Απόδιωξε τη ζέστη προς το βοριά
και σβούρισε τα βαριά καντήλια.
-Να κι οι φλογίτσες τους!
να ανεβάσουν την ψυχή
στο βάθρο της
πρωί.

…μάλλον το δεξί να πάρω, σκέφτηκε
σαν είδε με την άκρη του ματιού,
το γέροντα σκιά
να στρίβει απ’ την άλλη.
Δέντρα ξερά κι ορθά τον κατάπιναν.

Μα ούτε γεια
να μην προλάβει;
που τον ήπιε το φως,
που ΄σβησε η δίνη του
σαν το νερό στο νεροχύτη,
ούτ’ ένα γεια;

photo: FRANCE. Alpes de Haute-Provence. Near Cereste. 1999.
1999
© Henri Cartier-Bresson /Magnum Photos

 

SS Taiyuan – διώρυγα του Σουέζ

blog3

«-Η νύχτα δε θα μου παραδοθεί» , αυτό σκεφτόμουν, όσην ώρα ίσιωνα τα σκεπάσματα γύρω από το κορμί, ένα γλυπτό ανέμου, ένα θηκάρι. Ξίφος δίκαμο παγωμένο, εντός του αυτός, στο πάτωμα μια γραμμή λαχανί κάμπιες, διαχώριζαν τη φωταύγεια του χειμώνα στο κλειστό δωμάτιο. – Ποτέ θα ανοίξουμε εδώ; είπες. Κι ακουγόταν το σούρσιμο στα κεραμίδια από τα νύχια, σκίουροι ή αρουραίοι, και μερικά κοφτά χτυπήματα στο δοκάρι πριν το χαγιάτι. Και μύριζε αποκλεισμένο γιασεμί. – Πότε θα ανοίξουμε; Μουχλιασμένος καπνός σε μια δερμάτινη τσέπη, μύριζε κι αυτός, μια μεταλλική ταμπακέρα με μηχανισμό για στριφτά, από τους πάγκους του Κανάι στη Γιοκοχάμα, σχεδόν έστριβε από μόνη της τη μούχλα, ακουγόταν η πρώτη της φορά, τρίζοντας, πάνε εξήντα χρόνια ακριβώς. Στο κουτί των παπουτσιών η κόκκινη τράπουλα με τους νεκρούς βαλέδες, τα εθνόσημα – εύσημα – παράσημα, η φωτογραφία του SS Taiyuan στο Σουέζ, ένα μάλλινο σκουφί πλεγμένο blog2βελονάκι. Τι να σου κάνει ο χρόνος; Τι να κάνει ο χρόνος στα πράγματα που δεν κάνει στους ανθρώπους; Ο χρόνος πήρε τα κορμιά και τα σκάλισε μπάμπουσκες. Άφυλα, άτριχα, γυαλιστερά και άσπρα. Στην τελευταία συρρίκνωση προέκυψε ταρίχευση, τεντωμένο σεντόνι γύρω απ´ τα κόκαλα, κόκαλα σιωπηλά, είπαν όσα ήθελαν, τότε. Έτσι συνεχίζω και τα βλέπω, δίχως φθορά, μνημείο ανθρώπου. Στη βεράντα η κραυγή του γκιώνη. 

– Δεν είναι καλό, είπες. – Δεν το χω για καλό το παλιοπούλι. Υγρό το δάκρυ του σαλιγκαριού στο πλακόστρωτο, στέγνωνε γρήγορα δίχως κορμί να το ζεστάνει. Και πάλι ο γκιώνης να μοιρολογάει, που σκότωσε τ’ αδέρφι του, και το γυρεύει στον καιρό, μετανιωμένος. Η τύψη δεν είναι φάρμακο. Ο χρόνος δεν είναι μέλι.
Δε θα τ’ ανοίξω το δωμάτιο το λοιπόν, τούτο σου λέω. Κάθε νύχτα στα μέσα του θα είμαι. Κάθε πρωί απ´ έξω του (και θα ναι εκείνο μέσα μου). Στο φως που θα έρχεται με το πρωί, με αινίγματα θ’ απαντώ. Κι όλη τη μέρα θα καπνίζω στα πνευμόνια μου τον καπνό του.blog 1

φωτογραφίες: SS Taiyuan, οπλίτης Χ. Κ. Λουκόπουλος, on the warf of old Yokohama – Okinawa Soba