SS Taiyuan – διώρυγα του Σουέζ

blog3

«-Η νύχτα δε θα μου παραδοθεί» , αυτό σκεφτόμουν, όσην ώρα ίσιωνα τα σκεπάσματα γύρω από το κορμί, ένα γλυπτό ανέμου, ένα θηκάρι. Ξίφος δίκαμο παγωμένο, εντός του αυτός, στο πάτωμα μια γραμμή λαχανί κάμπιες, διαχώριζαν τη φωταύγεια του χειμώνα στο κλειστό δωμάτιο. – Ποτέ θα ανοίξουμε εδώ; είπες. Κι ακουγόταν το σούρσιμο στα κεραμίδια από τα νύχια, σκίουροι ή αρουραίοι, και μερικά κοφτά χτυπήματα στο δοκάρι πριν το χαγιάτι. Και μύριζε αποκλεισμένο γιασεμί. – Πότε θα ανοίξουμε; Μουχλιασμένος καπνός σε μια δερμάτινη τσέπη, μύριζε κι αυτός, μια μεταλλική ταμπακέρα με μηχανισμό για στριφτά, από τους πάγκους του Κανάι στη Γιοκοχάμα, σχεδόν έστριβε από μόνη της τη μούχλα, ακουγόταν η πρώτη της φορά, τρίζοντας, πάνε εξήντα χρόνια ακριβώς. Στο κουτί των παπουτσιών η κόκκινη τράπουλα με τους νεκρούς βαλέδες, τα εθνόσημα – εύσημα – παράσημα, η φωτογραφία του SS Taiyuan στο Σουέζ, ένα μάλλινο σκουφί πλεγμένο blog2βελονάκι. Τι να σου κάνει ο χρόνος; Τι να κάνει ο χρόνος στα πράγματα που δεν κάνει στους ανθρώπους; Ο χρόνος πήρε τα κορμιά και τα σκάλισε μπάμπουσκες. Άφυλα, άτριχα, γυαλιστερά και άσπρα. Στην τελευταία συρρίκνωση προέκυψε ταρίχευση, τεντωμένο σεντόνι γύρω απ´ τα κόκαλα, κόκαλα σιωπηλά, είπαν όσα ήθελαν, τότε. Έτσι συνεχίζω και τα βλέπω, δίχως φθορά, μνημείο ανθρώπου. Στη βεράντα η κραυγή του γκιώνη. 

– Δεν είναι καλό, είπες. – Δεν το χω για καλό το παλιοπούλι. Υγρό το δάκρυ του σαλιγκαριού στο πλακόστρωτο, στέγνωνε γρήγορα δίχως κορμί να το ζεστάνει. Και πάλι ο γκιώνης να μοιρολογάει, που σκότωσε τ’ αδέρφι του, και το γυρεύει στον καιρό, μετανιωμένος. Η τύψη δεν είναι φάρμακο. Ο χρόνος δεν είναι μέλι.
Δε θα τ’ ανοίξω το δωμάτιο το λοιπόν, τούτο σου λέω. Κάθε νύχτα στα μέσα του θα είμαι. Κάθε πρωί απ´ έξω του (και θα ναι εκείνο μέσα μου). Στο φως που θα έρχεται με το πρωί, με αινίγματα θ’ απαντώ. Κι όλη τη μέρα θα καπνίζω στα πνευμόνια μου τον καπνό του.blog 1

φωτογραφίες: SS Taiyuan, οπλίτης Χ. Κ. Λουκόπουλος, on the warf of old Yokohama – Okinawa Soba