Αβεβαιότητα

Image

σε κάθε δισταγμό

(που είναι μια ενεργητική και δημιουργική συνθήκη)

αντιστοιχεί μια βεβαιότητα
άλλοτε ως αιτία
και άλλοτε ως αιτιατό

η αβεβαιότητα αντιθέτως
-όσο πλανεύτρα και ερωτική-
είναι κατάσταση παθητική
και δυσάρεστη

λέμε πχ » λες να απολυθώ αύριο; »
κι η μέρα μας δεν ξημερώνει
ή ξημερώνει, αλλά δεν το ξέρουμε γιατί δε βλέπουμε το φως της..
για τα χρώματα ούτε συζήτηση..
ή λέμε,
αυτή η ισορροπία ηλεκτρολυτών
που κατέληξε να είναι ο πατέρας μας,
πόσο θα κρατήσει;
και εννοούμε,
πόσο θα της επιτραπεί να κρατήσει..

να ανταλλάξεις την αβεβαιότητα με το δισταγμό/
είναι μια πράξη τραυματική
και ερεβώδης ( όπως όλες οι τελετές ενηλικίωσης )..

δεν είναι ότι θα επιδιώξεις τα χρώματα
– στην πράξη ένα έλασσον μπλε –
είναι ότι σίγουρα
θα πληρωθείς με σκοτάδι..

photo: Gregory Crewdson – Untitle (Maple Street), 2003-2005

 

Advertisements

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ενύπνια Ψιχίων

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.177 επιπλέον λέξεις

I, IS THE OTHER

20131124-193250.jpg
Rimpaud is dead
and the boat of passion that floated
over River Indos and Gaggis
entered alone
into the darkish waters of Acherontas
sadly giving up the steering wheel

Rimbaud is dead
and as much of the flame was based
on a thin candle’s chimney
ignorant
shuttered upon the ice of his dead lips

Rimbaud is dead
but all the lavdanum he poured all the absinthe
is breathing for ever free
into the bodies of breastless girls

Rimbaud is dead
inside the dust scattered
the necklace of his adolescent mind
but his Self is Our Selves
inside the infinity
of the fire of unstoppable action

Rimbaud is dead
but out of his grave is shouting through the boulevards of rebellion
«I, Is the Other!»
how many summers must he deliver
for us, eternal Winters,
a dead child?

photos: David Wojnarowicz
Arthur Rimbaud in New York
1978-1979 / 2004
Aus der 44-teiligen Serie
Gelatinesilberabzug
32.8 x 24.5 cm
© Estate of David Wojnarowicz / SAMMLUNG VERBUND, Wien
Courtesy Estate of P.P.O.W. Gallery, New York and Cabinet Gallery, London

 

IN MEMORIAM

Image

Εις μνήμην/

ενός λευκού κορυδαλλού/
και του ουράνιου ίχνους του/
στην καμπύλη του εαρινού τόξου/
σιωπή/
όπου βυθίστηκε/

χωρίς τη νύχτα/
κόκκινο λάφυρο/

Εις μνήμην/
δυό αχνών χαδιών/
με φόβο σάλεψαν/
κάτω απ´ τα ρούχα/
στα φανάρια της Ιπποκράτους με Σόλωνος/
δυό διμοιρίες ακροβολίζονται με κρότο/
οι μπότες/
εκκωφαντικές στη μαύρη φλόγα/
η πόλη που ονειρεύεσαι τις έναστρες βραδιές/

εξωγήινο τοπίο/

Image

Εις μνήμην/
του καϊκιού της μνήμης που αδράνησε/
σε παγωμένο νερό να ξεδιψάσει/
στα ίσαλα έφηβοι αυτοδύτες/
μυρωδάτες μέδουσες λάμνουν στα αχαμνά τους/
σάλια και σπέρμα αχόρταγα συλλέγοντας/
στον αφρό..

Εις μνήμην/
ενός καλοκαιριού που δεν ολοκληρώθηκε/
σε νησιά της άγονης γραμμής κι άλλα εξωτικά/
που δεν ευόδωσε/
πάρα κακόδωσε/
χυμούς/
σε αβρούς γλουτούς/
και σε βουβές μασχάλες..
Που δεν έγλυψε
βότσαλα στου κύματος τον οίστρο/
παρά τα όρισε να δεχθούν το πρώτο χιόνι/
σα να ‘ταν τίποτα κροκάλες στεριανές/
φωλιές του κάβουρα/
και της σταχτιάς νυφίτσας/

Έχει άλλωστε πια, καταστεί σαφές/
ότι αυτό, δεν ήταν καλοκαίρι/
ήταν ο εφιάλτης των εραστών/
που ενώ περήφανοι απόλαυσαν κορμιά και ιδέες/
ξάφνου κατάλαβαν πως ο σπασμός του τέλους/
ήτανε μάλλον κάλπικος/
μια πρόβα τζενεράλε/
του επερχόμενου χιονιά/