Κωνσταντίνος και Έμιλυ/ ένα κείμενο με αφορμή το ποίημα Γένος (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

Η Τέχνη δεν εκτελείται με κανόνες. Ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του την ώρα της έμπνευσης. Αν κάποιος «ελκυστικός» κανόνας προκύψει τότε τον επαναλαμβάνει. Βλέπω, λοιπόν, σε ορισμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου -και μου αρέσει- ότι έχει κάποια ιδιόμορφα, κοινά στοιχεία με την Emily Dickinson. Κι αυτά είναι δύο, έτσι όπως τα σκέπτομαι: το πρώτο είναι η Ασάφεια, μια μάλλον  παιχνιδιάρικη αινιγματική χρήση λέξεων που όμως απαιτούν  προσοχή, αφού οι λέξεις κουβαλούν διάφορες έννοιες και πολύ εύκολα … λασπώνουν τα νερά. Το δεύτερο που τους χαρακτηρίζει αμφότερους, είναι η ξαφνική αναφορά ενός τόπου. Με την ασάφεια υπάρχει μια παρέκκλιση από το γνωστό, μια ανεπαίσθητη δόνηση- σαν ένας σεισμός- κάπου πολύ μακριά –αλλά αισθητός. Επιφανειακά  όλα δείχνουν γνωστά –η λέξη όμως;  Παράξενη, διφορούμενη απαιτεί προσοχή για καλύτερη σύλληψη της έννοιας. Έτσι λοιπόν αυτοί οι δύο ποιητές (και θα υπάρχουν κι άλλοι) χρησιμοποιούν αυτά τα δύο στοιχεία. Δεν φτάνει η ασάφεια των λέξεων, αλλά στα καλά των καθουμένων αναφέρονται σε μια πόλη άσχετη, γεγονός που για την Έμιλυ στοίχισε την υπόληψή της. Διότι αναφερόταν σε άγνωστα εξωτικά νησιά, που είχε επισκεφθεί ο George Gould* και η ερώτηση που εγείρετο ήταν: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους, εάν δεν διατηρούσε αλληλογραφία με τον Gould; Για αυτό και πολλοί μελετητές κατέληξαν: « Ιδού ο άνδρας-έρωτας της ζωής της Ντίκινσον, που ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ εγκατέλειψε την κοινωνία»  αφού ο πατέρας της, έδιωξε τον νεαρό Gould από το σπίτι, κι αυτή θύμωσε τόσο που βρόντηξε την πόρτα της κι είπε εγώ δεν ξαναβγαίνω από το δωμάτιο μου! Εκείνο που δεν ξέρω είναι τι  θα πουν για τον Κωνσταντίνο,  –έτσι όπως πετάει το όνομα  μιας πόλης –το τρικ του –γιατί ξέρει ότι  το ξάφνιασμα πάντα γοητεύει. Έχουν οι ποιητές τα κόλπα τους να μας κρατούν προσηλωμένους στην ανάγνωση μια και δυο και τρεις φορές, να μας  ταρακουνούν για  να τρυπάμε τις λέξεις μέχρι να αντιληφθούμε την ακριβή τους έννοια,  γιατί όλες οι λέξεις της ποίησης είναι «απόκρημνες λέξεις» – όπως θα έλεγε η Διώνη Δημητριάδου – η οποία όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή την μέθοδο γραφής. Έχει μια άλλη. Τη δικιά της.

Αλλά ας επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους δύο που επιμένουν στην ασάφεια: η ‘Εμιλυ επί μονίμου βάσεως ενώ ο Κωνσταντίνος όταν τον βολεύει, όπως έκανε σ’ αυτό το ποίημά του- με τίτλο:

Γένος

Ορίστε η ασάφεια: Η λέξη Γένος έχει τις έννοιες της (είδος, κατηγορία, τύπος μορφής, (σόι) αντιπροσωπευτικός τύπος, καταγωγή, φυλή και  το γραμματικό είδος (αρσενικό, θηλυκό), μα εμείς συνεχίζουμε το διάβασμα χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ακριβή έννοιά της. (αν όμως ο αναγνώστης συμπληρώσει την λέξη –γένος αρσενικού- θα κατανοήσει το ποίημα από την αρχή του και δεν θα έχει την ανάγκη να το διαβάσει 2-3 φορές. Άρα θα χάσει την ευκαιρία της μεγάλης αποκάλυψης των λέξεων στην πολλαπλή ανάγνωση για να θαυμάσουμε την σημαντικότητα ενός ποιήματος.

 Και πάμε στον πρώτο στοίχο:

Στο ασημένιο μπρίκι μου

Στο μπρίκι λοιπόν, δηλαδή  ένα μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με  δυο κατάρτια  που του επιτρέπει την χρήση πολλών πολυβόλων (αυτό να το λάβετε υπόψη σας σοβαρά). Το χρώμα  ασημί,  δηλαδή λευκόφαιο, σχεδόν άχρωμο, να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό .

Σ’ αυτό το Μπρίκι «ιππεύει» ο Αργοναύτης – ήρωας τύπος warrior επί

τρία μερόνυχτα γήινου χρόνου

και οκτώ σεληνιακού,

ακόμα μία διακοπή. Έχουμε να κάνουμε με ηλιακό και σεληνιακό χρόνο. –ταρακούνημα και υπολογισμός-εγώ το βρήκα ως τρία χρόνια και οχτώ μήνες και σε όλο αυτό το χρόνο  νερά  και Άνεμοι να τσακίζουν δέντρα και μάντρες.

ένα ποτάμι κατέβαζε τον άνεμο ανατολικά  και τον τσάκιζε στο ασβέστινο τείχος ή στην ιτιά της αυλής./

ενώ ο ήρωας στον κόσμο του, χόρταινε αέρα.

Εγώ, καβάλα.

Τον άνεμο τον χόρτασα/

Μέχρι που παρουσιάστηκε η πριγκηπέσα όμορφη σαν νεράιδα/

έπειτα μια παραμυθία νεραϊδόσχημη,

κροκάλα γκρι μπλε,

μου ζέστανε την κοιλιά για μέρες/

(φτάνει ο Αύγουστος με την “ πριγκηπέσα ”  και τα πράγματα αλλάζουν. Οι λέξεις φλογισμένες απαστράπτουν ανακατεμένες με χρώμα,  φύση και κορμιά….

Τέλος τον Αύγουστο (αρχές) μου παραδόθηκε στην επιστροφή μου απ´ το ρέμα.

Τ’ αχαμνά μου έκαιγαν,

οι γωνιές με τις καβουρομάνες στο σάλιο του νεκρού,

έχασκαν πολύχρωμα όστρακα

θρυψαλισμένα,

σχιστόλιθοι και ιριδίζων βασάλτης/

Το κορμί της έκαιγε/

Η ζέστη του Αυγούστου κυριαρχεί. Αλλά ο ήρωας μας δεν αντιλαμβάνεται την ζέστη γιατί η  ματιά του είναι κολλημένη στα

αέναα στήθια και ηδύς ιδρός/

 ανεξάντλητος να τρέχει/

και φυσικά τρέχει. Όλα τέλεια κατανοητά με δυναμικές περιγραφές και μεταφορές

ευχάριστος από τις αισθήσεις,

λαξεμένο σπήλαιο στην εσοχή των βουνών,

υγρά/

αλλά συνομολόγησε τον πόθο και εβαπτίσθη/

μέχρι εδώ –μέλι γάλα-αμοιβαίος ο έρωτας. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνεμος έπεσε. Και όταν πέφτει ο άνεμος η ζέστη του Αυγούστου,  γίνεται πνιγηρή και πρέπει να ρίξουμε άγκυρα., και να εγκαταλείψουμε το σκάφος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δεν αντέχεται πλέον η μεξικάνικη έρημός με τόσες οχιές και καβούρια, τι να σου κάνουν οι λίγες νεράιδες….  Αφού…

Μόλις έπεσε ο άνεμος έπιασε η πηχτή ζέστη,

το σούρσιμο απ´ τις φολίδες της λιόχεντρας ηχηρό ως τα βαθιά πηγάδια,

ο ουρανός κίτρινος ανθρακί,

άνοιξα τα φτερά μου υγρές μεμβράνες να στεγνώσουν/

και γύρισα τα βλέφαρα αντεστραμμένα.

Οι βολβοί λευκοί και οι κόρες φευγάτες,

στραφτάλισαν το φως

και κατάπιαν το σκοτάδι/

Εκεί ιδού ο Νυμφίος,

αναλήφθηκα στην καμπύλη της σελήνης/

νεράιδες, οχιές, καβούρια εγκαταλείφθηκαν στη μεξικανική έρημο

κι έστω κι έτσι, 

και  ό ο ναυτίλος – warrior – εξέπνευσε-

με ξέπνοο πρωραίο,

ντυμένος το εφηβικό μου δέρας,

 αλλά τα νιάτα ξέρουν κι’ άλλα μονοπάτια . Παίρνουν τα βουνά.

ανοίχτηκα για την ορεινή Φωκίδα,

να ανταμώσω το γένος μου/

ΚΛ – 2013

Ένας ακόμη αρσενικός την έκανε, ενώ ο ποιητής έβγαλε ένα ακόμα αριστούργημα από τα σωθικά του φωνάζοντας στην έμπνευση, όπως η Ε.Ντ. «Take it all away and leave me the ecstasy of Creation

*Ο George Gould, από το χωριό της μητέρας της Έμιλυ, (Monson) ήταν φοιτητής στο Άμχερστ και φίλος του Austin, του αδελφού της. Συχνά τον προσκαλούσαν στο σπίτι για φαί και η συζήτηση κυλούσε πάντα προς την ποίηση-. Αυτός μιλούσε για Έμερσον  και Τέννυσον -γεγονός που γοήτευε την Έμιλυ και θύμωνε τον πατέρα της, Edward, ο οποίος επέμενε «η ποίηση δεν είναι ζωή»  για να ενημερώνει την Έμιλυ που έγραφε συνέχεια.  ‘Όταν η φιλία άρχισε να παίρνει την ροζ χροιά του ρομαντισμού ανάμεσα τους, λέγεται ότι πατέρας της Έμιλυ τον έδιωξε, επειδή τον θεωρούσε ακατάλληλο για γαμπρό. Ο νεαρός ήταν πολύ φτωχός, ήταν ρήτορας που κέρδισε όλα τα βραβεία της σχολής του 1850, τον ενδιέφερε και μίλαγε πολύ για   ποίηση και δεν έφταναν όλα αυτά αλλά εξελίχθηκε -στην εποχή της Αφύπνισης – ως έξοχος  Ιερέας όλα προσόντα προς απόρριψην για τον Πολιτικό, Edward Dickinson. Έτσι  τον πέταξε έξω από το σπίτι-ενώ η  Έμιλυ θυμωμένη έκλεισε με πάταγο την πόρτα του δωματίου της φωνάζοντας «αν δεν μ’ εμπιστεύεστε, δεν θα βγω ποτέ από το δωμάτιο μου»- το οποίο έκανε και όχι φυσικά για τον George Gould, αφού η Έμιλυ πάντα ερωτευόταν όταν συναντούσε κάποιον που είχε κάτι σημαντικό να πει- και γιατί όχι- κι έτσι ο George δεν ξαναπάτησε στο Αρχοντικό του Edward. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο  του Άμχεσρτ, πήγε στο Χάρβαρντ κι  έγινε γνωστός κι επιτυχημένος Ευαγγελιστής, αλλά όλα εις μάτην. Οι μνήμες της μεγάλης φτώχειας που υπέφερε ως παιδί του προκαλούσαν  μελαγχολίες που για να τις καταπολεμήσει, αφού πλέον ήταν οικονομικά άνετος,  έκανε διακοπές στα μακρινά εξωτικά νησιά του Ειρηνικού –ονόματα που αναφέρονταν στην ποίηση της Έμιλυ-και ιδού το τρανταχτό συμπέρασμα  των μελετητών –ότι στην  αλληλογραφία αποδεικνύεται ο έρωτας τους -κάτι που δεν το έλαβα  πολύ σοβαρά,- αφού η Έμιλυ στην ζωή της αλληλογράφησε με 2.400 άτομα-. Μερικοί μελετητές επιμένουν και  δεν διστάζουν να φέρουν το τελευταίο τους ατού. Όταν ο George Gould βρισκόταν στο κρεββάτι του θανάτου είπε στην γυναίκα του «η ζωή με απογοήτευσε…» (επειδή δεν παντρεύτηκε την Έμιλυ (;)) χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι και ποιόν δεν έχει απογοητεύσει -αφού  αυτό είναι το κόλπο της ζωής- να απογοητεύει,  κυρίως  τους Ευαγγελιστές κι αυτούς που καρφώνονται σε μια ιδέα και τα βλέπουν όλα από μια σκοπιά.  Πάντως η Έμιλυ χρησιμοποιούσε στην ποίησή της ξωτικά ονόματα νησιών έτσι όπως κάνει και ο Κωνσταντίνος με ευτυχώς πιο γνωστά μας ονόματα.

* Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

photo: Christian Thompson
Museum of Others (Othering the Anthropologist, Walter Baldwin Spencer)
2016
From the series Museum of Others
C-type print

εωθινό ρετσίνι

Βλέπω που χάνεται η γλώσσα
μες στα ποιήματα,
όπως τα τρένα που σκουριάζουν στους σταθμούς,
φαρμακωμένα απ’ τον έρωτα του δρόμου/
Ζώντας εκεί, σ’ αυτή την πρόσληψη,
ίχνηλατώ τις λέξεις που εσωστρέφουν/
τις κουβαλώ σ’ ένα κουτί
ζαχαρωτών,
-παρότι η ζάχαρη είναι ο μέγας διαβητικός ακταιωρός-
και τις πετώ ζαχαρωμένες/
κι όπου κάτσουν/
Μόνο πονάω που τα χέρια μου δεν πιάνουν καλά,
και το κορμί μου έχει γίνει μια ανόητη άσκηση
που φοριέται ανάσκελα,
σαν χρονικό κρεβάτι/
Έξω η νύχτα συντελείται
είτε σε μαραθώνιους,
είτε σε απλές κούρσες ταχύτητας/
κι εσύ μου λες
-Έχασα το σπίτι,
δεν ήταν απο δω;
και μου δείχνεις ξανά εκείνες τις πέτρες που έχουν φυτρώσει
κι άλλα παιδιά,
κι άλλοι θάνατοι
κι άλλες βροχές
κι άλλες οδύνες/
αχ να ήταν να μη μου γύριζες πλέον τη ζωή,
σα χαλίκι μες στο στόμα/
να φευγες τώρα προς τη Ζήρεια, με τούτο το αεράκι/
κι ας μου ανακάτευες όσα μαλλιά μου μείναν/
δεν είναι που δε θέλω να σε θυμάμαι πια/
είναι που στάζεις απ’ τις λέξεις μου σαν το εωθινό ρετσίνι/
και που όσο γερνάω,
τόσο σε κοντεύω/
ΚΛ – 26/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010

© Vanessa Winship

μια μέρα που πέρασε

Όλο και πιο σπάνια πια,
συναντιέμαι με
λέξεις που ματώνουν/
με τη σάρκα ενός βράχου την άνοιξη,
ή με κάποιους ανθρώπους που σβήνουν άηχα, όπως υπήρξαν,
απέραντες θάλασσες
δίχως παφλασμό/
Έτσι λέω,
ματώνουν κι οι λέξεις όταν
αντηχούν
τις πόλεις που παγώνουν στον χρόνο αγιάτρευτες,
το χειμωνιάτικο Ντιτρόιτ,
την Πάδουα των αποδημητικων,
το γυάλινο Πλόβντιβ/
με τη σκόνη των εραστών που
κρατιούνται από τα ρείθρα με σχοινιά να μην απογειωθούν
ή με την βαριά κήφωση της μάνας μου,
που έρχεται στα όνειρα στητή
να μου πει πως έγιανε/
με κάτι τέτοια αλλάζουν οι συμπαγείς ζωές,
προς μια θαμπή εικόνα ιστορίας/
μ’ έναν ιστό με πάχνη που λαμπυρίζει στο φως,
ή με την πολύ πιο πικρή χωρική νηνεμία,
μιας μέρας που πέρασε σαν ίσκιος και πάει/

ΚΛ – 24/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Sweet Nothings: Schoolgirls of Eastern Anatolia
2007

© Vanessa Winship

η πρόβα

Σεβάσμιοι όπως γίναμε με τη δουλειά
και πάψαμε να ταΐζουμε τις λέξεις
με τα χέρια,
δεν έχω να σου γράψω, σύντροφε στα όνειρα/
μου πήρε η πλήμμη
-το ημερολόγιο των κυμάτων-
κάθε λευκό χαρτί που δίψαγε την ποίηση/

Όσο μεγαλώναμε με δεμένα τα φτερά,
τσακώνονταν τριγύρω μας
ο επιούσιος κι η φθορά,
όπως ερίζουν δύο σκυλιά
πάνω απ’ το ίδιο κόκκαλο/

Λέγαμε το κάναμε για τα παιδιά/
αρκούσε που -σε μια πρόβα σχολικής γιορτής-
αρωματικά χαμομήλια φύτρωναν στα μάγουλα
και τα λόγια απ’ τα τραγούδια,
βούιζαν στον ύπνο μας για μέρες μετά/
Ταυτόχρονα
έφυγε πρώτα – μες στην πίκρα- ο πατέρας,
έπειτα η μάνα,
έπειτα κάποιοι φίλοι,
τρίφτηκαν τα ρούχα,
μαράθηκαν τα χαμόμηλα,
κι αυτός ακόμη ο επιούσιος σκύλος
κατασπαράχτηκε
από τον σκύλο της φθοράς/

Ώσπου μεγάλωσαν τα παιδιά,
τελειώσαν οι γιορτές/

Εμείς όμως ακόμη εκεί/
«Είμαστε δυο, είμαστε δυο,
η ώρα σήμανε οκτώ»
κι ας επιμένει κάθε βράδυ
το ίδιο παραμύθι να ακουστεί,
κολλήσαμε στην πρόβα/

ΚΛ – 20/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Imagined States and Desires. A Balkan Journey
1999-2002

© Vanessa Winship

πετροχελίδονα

Πάει καιρός που κοιμάμαι μες στους ίσκιους,
ένα περιστέρι όπως έγινε κι ο ύπνος μου/
από ξω περνούν τα χερουβείμ,
άτριχοι γέροντες δίχως τις γριές τους,
έπειτα οι γριούλες μόνες τους,
η συμφοιτήτριές μου Γιώτα και Αφρούλα,
ο Φλέσσας, ο Χρήστος ο Φερλές/
εύκολα όνειρα,
με εύκολους ονειροκρίτες/
αδειάζουν ένας ένας το ποτήρι του στις τάβλες του δαπέδου,
κι ο ύπνος μυρίζει τσίπουρο,
καρπούζι κι αγιόκλημα του Μασταμπά/
μια Oldsmobile Delta 88 Royale του ’73,
διασχίζει τη γέφυρα στο φιλμ
«Υπάρχουν πράγματα να κάνεις στο Ντένβερ
όταν είσαι νεκρός»
κι ο Τομ Γουέιτς ψέλνει έναν ψαλμό σε πλάγιο δεύτερο/
Μετά γεννιούνται τα ποιήματα σαν πετροχελίδονα:
μαζεύουν φόρα πριν να εκτοξευτούν
και τα δίνουν όλα σε ένα χτύπημα/


photo: Tom Goldner
Lake
2015-16
Silver gelatin print

αλυκές

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

η πρόκα

Όλοι γερνάμε, όμως εσύ,

έτσι θα ήθελα να μεγαλώνεις:

γύρω από αυτή την πρόκα που σκουριάζει από καιρό

στο στήθος σου.

Κι όσο απλώνεσαι στο χρόνο,

τόσο να αψηφάς,

το δήγμα του σκορπιού των βράχων στο Ασπρομόντε,

τα αγριογούρουνα των Βαρδουσίων,

και κάθε χλιαρή αύρα

που στο παίζει θύελλα/

Κι όταν συντέμνεις τις τροχιές των άστρων,

να τους απαριθμείς

τις νύχτες μας στο Κρόιτσμπεργκ και στην Ούντερ ντεν Λίντεν,

σαν να ΄ταν φλοίδες πράσινο  σαπούνι/

κι εγώ να στέκω και να χτενίζω τον αφρό τους

καθώς το κενό θα καταπίνει

τη βύθιση του Ερμή στην πετσέτα του Ήλιου/

κι όλους τους συναφείς μετασχηματισμούς Γκαλιλέο.

Το ξέρω θα ‘ναι πάντα χειμώνας,

στο χώμα οι σκουρόχρωμοι σκίουροι θα

αποσυντίθενται σταθερά προς νιτρώδη/

κι όλα τα φίλια ποιήματα

θα ματώνουν καθώς θα βάλλονται

από εχθρικούς ποιητές/

κι ίσως να γίνεις ροζ και πορφυρή και άνιση

σαν καλυμνιώτικο κοράλλι σε σπηλιά/

κι η ίδια η πρόκα να ανθίσει κι αυτή

ώσπου να γίνει,

ένα ρόδο από σίδερο,

όμως σαν θα ‘μαστε μαζί,

το χρόνο λέω, μπορώ να τον σκοτώσω.

 

photo: Elliott Erwitt (American, born France 1928)
Cracked Glass with Boy, Colorado
1955, printed 1980
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Gift of Raymond W. Merritt

 

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm