Ιούδας

Καθώς καθοδηγούμαι προς τη
βεβαιότητα της αρχέγονης λαθροχειρίας,
ένας ακόμη προδότης,
λερός αργυραμοιβός,
περνάω απ’ τα δωμάτια
με τους βράχους και τα γυάλινα όνειρα,
τις αμμώδεις ατόλλες,
και τις μοναστικές σπηλιές,
πάνω από τα σκύτη των ασκητών
εν τη ερήμω•
έπειτα απ’ τα στάδια με τους ανθρωποφύλακες•
λέει ο ένας τους
– Πάντα τη νύχτα αποζητούσα…
και τα χείλη του είναι φουσκωμένα απ’ το αλάτι,
στα χέρια του βαστά
τον αιθέριο αμνό,
κι από τα ρούχα του στάζουν τα όνειρα•
αυτό με ξαφνιάζει•
η απέχθεια προς στα όνειρα
-που είναι αντανακλαστικό
αυτοσυντήρησης-
δηλ. η αγωνία του να μην αποκαλυφθεί•
να μην ακουστεί ο ιδρώτας του,
πώς επιθεωρεί
τα χρόνια που περάσαν
δίχως ίχνος/
ή αν τεντώνει κι όσο πρέπει,
η πορφυρή κρεμάλα,
που αναλήπτεται
πάνω απ’ το Όρος των Ελαιών•
μα που ποτέ δε φτάνει
σε ικανό
ύψος απογείωσης._


ΚΛ – 08/05/2018

 

lithograph: Sue Coe – The Ghosts of the Skinned want their Coats Back, 1998. lithograph / buff
13 3/4 x 10 1/4″ edition: 40 printed at the University of Connecticut at Storres

πανσέληνος

Κι έτσι οι απορημένοι φθόγγοι του βάλτου
πήραν κορμί
ψυχοσάββατο διανύοντας
με την πόρπη γυαλισμένη ως επιλόχεια θλίψη 
και η απαίτηση του χρόνου να προΐσταται
έγινε νομοθέτημα
στα χέρια πέντε δέκα
ανίδεων μυσταγωγών
ή τέλος πάντων
ημιμαθών εγγαστρίμυθων
-που κατηύθυναν τη φωνή
σε ένα χώρο
όπισθεν του παγκρέατος-
και οι μεσσιανικές βεγγέρες
έπαψαν με τα προξενιά/
ιδρωμένη η νύφη άλλωστε
κι ο γαμβρός πρώην Χίτης/
ένας φύκος θεριό
με κορμό μαστίγιο
απεκαύλιζε τον προύχοντα της κεφαλής (κατά τον Ηρόδοτο)
και στη νύχτα αστράφτανε
μεμιάς όλες οι μαγνητικές εγκεφάλου/
νύχτα σα μέρα το λοιπόν
(αν όχι μια ακόμη απλή πανσέληνος)

ΚΛ – 29/05/2018

μπούμαν

Τον έρωτα,
κι ας
είχε υπάρξει μια φωλιά των χελιδονιών της Κορνουάλης,
ή ένα κλαράκι απ’ τη φιλύρα
που στα έγκατα του Γκαίτε αποξηράνθηκε,
αρκούσαν
δύο απανωτά ενύπνια
για να τον γονατίσουν/
τόσο αδαής,
τόσο φρέσκος
με ψωμί
και καθημερινότητα/
κι έτσι απομείναμε – παρότι αμφότεροι λεττριστές –
να τον κοιτάμε σαν τον Φώκνερ
καθώς ψυχορραγούσε/
και πόσο επώδυνο
που ξανακούω τα λόγια μου
μες στο στόμα σου,
αφού υπήρξε μία εποχή που γεννήθηκες
με σπασμένα νύχια
μα με τον καιρό
σιαχνόσουν και ομόρφαινες,
και δεν έπαυες να προβάλλεσαι
είτε στα φλεγόμενα αερόστατα
του Σουλταναχμέτ
είτε απλά στους ήχους που εγκυμονούσε
μια ροζ τσιχλόφουσκα/
Τώρα τα αυγά σου
φουσκώνουν
προς τα μέσα,
κι όλες οι ενδιάμεσες φθορές
φεύγουν ταχύτατα
προς τα ζενερίκ του τέλους,
μαζί με τους οπερατέρ
και τον φιλήσυχο – πάλαι ποτέ –
μπούμαν._

ΚΛ – 28/05/2018

avoir και être

Έπειτα είναι κι οι στιγμές
που αναρωτιέσαι αν θα αρθεί ποτέ,
το σεντόνι με τις πέτρες
όπου γυαλίζει
μαύρο κι αχνιστό
το αρθρόποδο της μελαγχολίας,
ή αν θα πάψει ο υπερκείμενος σίφουνας
να μακελεύει ό,τι βρει,
τις παλιές φωτογραφίες των συλλόγων που σε περιέχουν
-και πλέον οι ραδιουργίες τους
εξυφαίνονται σε ένα ονειρικό κενό-
τη μακρά λίστα
των λησμονημένων φίλων
που κατέληξαν
προσδοκώντας ανάσταση
και ζωή του μέλλοντος αιώνος,
και μια ασπρόμαυρη εικόνα σου
με χοντροπάπουτσα,
όπου ένας έκθαμβος πιτσιρικάς
ακολουθεί τις πεταλούδες
που είναι πιο βαριές κι από τους ελέφαντες,
ανηφορίζοντας προς την Πορτ ντε Κλινιακούρ
μα βγαίνει
ξανά και ξανά στην Ελευσίνα,
με νυχιές στα φρύδια
και στο στόμα μια σχισιά
σα λαγόχειλο.
– Πρώτα να μάθουμε να κλίνουμε
τα ρήματα avoir και être, Constantin…
(που έλεγε κι ο μεσιέ Μερτζάνης._)

ΚΛ – 21/05/2018

ο λαμπρύνων εαυτός

Φτάνει κάποτε μια στιγμή,
που η αγωνία της επίδειξης υποχωρεί,
κι ο λαμπρύνων εαυτός
επιστρέφει με ένα φαράσι 
να μαζέψει τις στάχτες του/
Είναι συνήθως σούρουπο
και στην πόρτα τον περιμένει
Ο Μεγάλος Δικαστής ή
ο Μεγάλος Ευεργέτης/
Πίσω του αποθρυμματίζονται
τα τελευταία σκηνικά
των ταξιδιών
και των ερώτων,
όλες οι αφές,
όλες οι γεύσεις
και τα περισσότερα από τα ψοφοδεή ποιήματα,
που έγραψε
ή έζησε
ή σκέφτηκε να γράψει
ή σκέφτηκε να ζήσει/
Μα είναι μια Μόνα Λίζα των ποιημάτων,
που δε λέει να κατακρημνιστεί!
Στέκεται εκεί
σε ένα τέμπλο από αγριοτριανταφυλλιά
κι είναι πάντα άνοιξη και το τέμπλο ανθίζει/
Κάθε που την κοιτά
του αντιγυρίζει το δικό του φως, ζυμωμένο με κείνο το χαμόγελο•
έτσι τυφλωμένος εγκαταλείπεται
-δίχως να προλάβει να σκουπίσει-
στο ερεβώδες βένθος της λήθης
που τον καταπίνει._
ΚΛ – 16/05/2018

photo: Sally Mann (American, b. 1951)
The Ditch
1987
Gelatin silver print
47.5 x 58 cm (18 11/16 x 22 13/16 in.)
The Art Institute of Chicago, Gift of Sally Mann and Edwynn Houk Gallery, 2000.41
The Art Institute of Chicago / Art Resource, NY
© Sally Mann

το σπίτι

Ρωτώ το σπίτι, όταν το βρίσκω κατά τύχη,
στο Παρίσι του Ντεσνός:
– Πώς τα περνάς; και πώς σου φαίνονται οι καινούργιοι;
Τι να μου πει;
παραμερίζει να δω το κοριτσάκι,
δωμάτιο το δωμάτιο
που κυνηγά τις νυχτερίδες,
τις φωλιές στο σαλόνι που γεννάνε τα ξυράφια,
ένα φως που ακολουθεί τα αδέσποτα,
μα σβήνει μόλις σκοτεινιάζει/
και τη μάνα μου
κουτσαίνοντας,
που νταγιαντίζει
των ξένων ανθρώπων
το θάνατο._
ΚΛ – 13/05/2017

photo: Lewis Carroll (1832-98)
Ina Liddell
Summer 1858
Albumen print
5 7/8 in. x 5 in. (150 mm x 126 mm) uneven
Purchased jointly with the National Science and Media Museum, Bradford, with help from the Art Fund and the National Heritage Memorial Fund, 2002
© National Portrait Gallery, London and the National Media Museum (part of the Science Museum Group, London)

ο παιδιόθεν φόβος

Λίγο λίγο βλέπεις τι σου μένει:
μια ρομαντική καρδιά που απεύχεται
– και έλκεται – από τα δράματα πάσης φύσεως,
μια ανάερη αίσθηση καθώς ματώνει η φύση
ή τα σκυλιά
ή τα γαλάζια δέντρα
και ο – παιδιόθεν – αδρανειακός φόβος
να μην σε πουν αδερφή.
ΚΛ – 05/2017

photo: Walker Evans -West Virginia Living Room, 1935, gelatin silver print (High Museum of Art, Atlanta

 

agent provocateur

Το ότι γράφω,
άλλοτε καταλήγει
κι άλλοτε ξεκινά από μια πλεκτάνη,
ενώ συνήθως οι άνθρωποι γύρω μου,
ανάβουν κεριά στα μανουάλια
της σαλότητάς μου,
απομακρύνουν τα παιδιά τους από τις λέξεις μου
και με λυπούνται από καρδιάς,
έτσι αναίτια που χειρονομώ/

Η σάρκα άλλωστε
όπως με φιλοξενεί,
δεν είναι παρά μια Νέκυια
στα ενύπνια των δικών μου,
όπου ως τόπος, καταρρέει
μόλις υπερβεί τις προσδοκίες του,
και είναι το ίδιο απόλυτος
όπως ένας νευτώνειος χώρος:
δίχως κίνηση,
δεν τα καταφέρνει ποτέ να οριστεί/

Για αυτή τη σάρκα αναρωτιούνται/
(όπως παλιότερα,
για την περιστροφή του στερεώματος
περί των πόλων)

Αυτήν τη σάρκα αποστέλλω,
ως έναν agent provocateur
της μύχιας ποίησης.

-Εδώ σας ζητώ να ελεημονήσετε,
σα να λέω,
όπου η ζωή είναι πιο δροσερή
κι από μια φέτα χιόνι,
μυρίζει ξερό θυμάρι και ζευγαρωμένο αχινό
κι υπάρχουν ζώα,
που ανασαίνουν δυνατότερα
κι απ’ ένα αλαφιασμένο παιδικό στέρνο/
ας το πούμε αλλιώς:
η ανάσα σας δεν θα είναι παρά ένας ρέων χυμός
μες στους απειρομήκεις
συμπαντικούς σας μίσχους/

Κάποιοι – ελάχιστοι –
αντιδρούν
με ένα νεύμα,
άλλοι
με ένα χάδι,
μ’ ένα σκίτσο
ή μ’ έναν ψαλμό/
οι υπόλοιποι απλά
απομακρύνονται ενοχλημένοι/
ποιός εγγυάται πως,
από τούτη τη μικρή παραβατικότητα,
δε θα οδηγηθούν στην ποίηση
ιλιγγιωδώς;
ΚΛ – 10/05/2018

photo: Paolo Gioli
Questo volto non è il mio volto (This Face Is Not My Face)
2010
Polaroid 20 x 24 Polacolor and Polacolor transfer on acrylic
71 x 55 cm
© Paolo Gioli

ντετερμινισμός

Κάποτε θα εξαντληθεί
κάθε κόκκος των ποιημάτων που αποδήμησαν
προς τη γνωστή μας φίλια ουτοπία,
γεμάτη πεσσούς, ανέστιους θόλους
κι όλα τα γήινα ορνιθοσκαλίσματα
των ταπεινών και των μεγίστων/
κι εκείνα τα δρύινα ερμάρια τους,
που ρήμαζαν για χρόνια
κάτω από το μεσημβρινό χαγιάτι
δίχως χάδι,
εν τέλει θα κατοικηθούν/
μια λάμα που τρόχιζε για χρόνια
ο πατέρας μου στο σκουριασμένο του όνειρο,
θα πάρει το χρώμα της (που εξ αρχής προοριζόταν)
κι ο θηρευτής θα βγει να στήσει τις ανθρωποφάκες του
ξανά στο ναρκοπέδιο/
μα αυτή η σκηνή,
όπου ο Αστήθας, μάγειρας της Λέσχης ΓΕΣ, τσουρούφλιζε μ’ οινόπνευμα,
ένα μοσχοπόντικα στα μαγειρεία,
θα διαδέχεται πάντα στη μνήμη μου
τη θλιβερή φιγούρα του γιού του Επίλαρχου από τη μια,
-σπασμένη καθώς ήταν
απ’ τη νευροπάθεια
σε οκτώ τεθλασμένες τυχαίου προσανατολισμού-
μα και τα ντροπιασμένα μάτια του πατέρα του απ’ την άλλη,
γεμάτα μια ενοχή για τις συνέπειες της σάρκας
πιο αρχαία κι απ’ το ίδιο το προπατορικό αμάρτημα/
διότι κάθε αιτία, όσο κι αν δόκιμη και ταπεινή,
θα οδηγεί πάντοτε
προς ένα αναπόφευκτο (κι ενίοτε απευκταίο) αποτέλεσμα._
ΚΛ – 07/05/2018

photo: Chen Wei
Everlasting Radio Wave-Test #5
2008
Fujifilm FP-100C
8.5 x 10.8 cm
© Chen Wei

ορφάνια

Ενώ κατά την αποτίμηση,
κάθε μας σπίθα ξαναζεί
μια ζωή σε παράταση,
η γλώσσα μας συντελείται
στους φθόγγους της
ως εαυτήν/
είναι μακρά κι αργόσυρτη
κι οι ήχοι της σκοντάφτουν με το νοτιά,
άλλοτε σε έρωτες,
άλλοτε σε θανάτους
κι άλλοτε σε κείνη τη χλωμή ημέρα
που μάθαμε τον ίδιο το θάνατο/
πάντως
ο χειμώνας -εν τέλει- υποχωρεί
και το αμυγδαλέλαιο
αναγεννάται
εκτός του χώρου καύσης/
μα ναι,
η ορφάνια απομένει σαν ένα υποβιβασμένο μιτοχόνδριο,
ή σα βάραθρο που κλείνει
ενώ σε έχει πρώτα καταπιεί/
νά ναι ένα θέμα ορισμού του τέλους,
ή να ναι απλά μια
δεύτερη ευκαιρία;/
όπως κι αν
εφευρίσκονται,
οι κρύφιες ερμηνείες της,
εμείς μοιάζουμε
με κάστορες που πηλοδομούν
μες στις υγρές σκιές τους,
ετούτο ακριβώς το λαμπερό αηδόνι,
εξ’ ου το φως γεννήθηκε/
Από εκεί κι έπειτα
προσευχητάρια, θεοί και ευαγγέλια,
δίχως περιττά ψιμύθια,
αργοφυτρώνουν στην ερυσίβη της ορφάνιας μας/
Σε όποια ηλικία κι αν μας βρει._
ΚΛ – 06/05/2018