Επιλεγμένα

ΓΕΝΟΣΗΜΑ – ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ, ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΩΓΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ – σχόλιο επί της συλλογής ΓΕΝΟΣΗΜΑ (εκδόσεις ΑΩ, 2021)

ΓΕΝΟΣΗΜΑ – ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ, ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΩΓΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ – σχόλιο επί της συλλογής ΓΕΝΟΣΗΜΑ (εκδόσεις ΑΩ, 2021)
Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ είναι μια συλλογή με πολλές υφολογικές ομοιότητες με προηγούμενες ομάδες κειμένων μου (Κείμενα για την Αφαλάτωση, Δεκαεπτά μικροκείμενα για τον Walt Whitman και – ίσως, εν μέρει – Εγκιβωτισμοί) που είχαν δημοσιευτεί στο μπλογκ μου, σε διαδικτυακούς ιστότοπους, σε περιοδικές ανθολογίες, καθώς και στο πρώτο μου βιβλίο με πεζά στις Πόλεις το Χειμώνα (Έναστρον 2018). Θεώρησα ότι από αυτά τα κείμενα προέκυπτε – μορφολογικά – ένα μονοπάτι που άξιζε να ακολουθήσω, το οποίο όφειλε να αντισταθεί στην ψυχρότητα του δοκιμιακού λόγου, που σε ορισμένα κείμενά μου υπερτερούσε, όφειλε επίσης να διατηρήσει ή και να ενισχύσει την ποιητική συνιστώσα (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα). Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ άρχισαν να γράφονται σε μια περίοδο όπου η δεκαετής – σχεδόν – κρίση της ελληνικής κοινωνίας είχε πλέον οδηγήσει σε μια αλληλουχία κοινωνικών συνειρμών η οποία δεν περιείχε τον άνθρωπο ως ενεργή συνιστώσα αλλά ως υποκατάστατο. Αυτή η αλληλουχία – εν μέρει – με οδήγησε στον τίτλο της συλλογής. Έχοντας στο ίδιο διάστημα αντίστοιχες διαυγείς προσωπικές προσλαμβάνουσες από χώρες της κεντρικής Ευρώπης και κυρίως το Βέλγιο, διαπίστωσα πως έχουμε περάσει σε μια περίοδο παγκοσμιοποίησης, όπου το αστικό κράτος υπόσχεται – πλέον – αδιακρίτως σε όλους τους πολίτες του μια καθαρότητα θεσμών και προνομίων με τρόπο ανάλογο με εκείνο που ένα Γενόσημο φάρμακο υπόσχεται ότι θα διαμοιράσει τη δραστική του ουσία: δημοκρατικά, με μικρό κόστος και προς πάσα κατεύθυνση. Αυτή η Νέα Κανονικότητα, που θυμίζει εν πολλοίς την ατμόσφαιρα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ορίζει επίσης μια γενόσημη «καθαρότητα» στις σχέσεις του πολίτη με το κράτος, η οποία – ανεξαρτήτως προθέσεων βέβαια – καταλήγει στην όξυνση των αντιθέσεων παρά στην εξομάλυνση· μια καθαρότητα πιο καθαρή για τους “καθαρούς” (αλλά πολύ πιο βρώμικη για τους “βρώμικους”).
Αυτό είναι περίπου το συνειδησιακό αλλά και το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μέσα στο οποίο ωριμάζουν και αναπτύσσονται τα Γενόσημα καθώς η πίκρα της ύπαρξης απέναντι στη συνειδητοποίηση της φθοράς, η απόλυτη μοναξιά και η τραγικότητά της, η απελπισία των κορμιών εντός ενός δοθέντος και αμετάκλητου περιβλήματος, η αγάπη προς την ετερότητα και – κυρίως – η αποστροφή προς την επεμβατική «γλυπτική» των Δομών (πολιτικών, κοινωνικών, θρησκευτικών και άλλων) στους ανθρώπους, στην ιστορία, στη φύση, στην ίδια τη ζωή, μνημονεύονται εκεί με διάφορους τρόπους.
Τα ΓΕΝΟΣΗΜΑ οφείλουν επίσης τη γραμματολογική και -εν μέρει- την οντολογική τους υπόσταση στη Φιλοσοφία της Γλώσσας και αποτίνουν φόρο τιμής στον θεμελιωτή της, Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (Ludwig Wittgenstein) και στο εμβληματικό έργο του Tractatus Logico-Philosophicus, καθώς η αισθητική αρχή της συλλογής (μα και γενικότερα της ποίησης που επιχειρώ) συμπίπτει με την κατακλείδα του: Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει. Η αρίθμηση κατά δεκάδες στα δεξιά του κορμού του κειμένου, έχει γίνει – παρόλα αυτά – απλά για λόγους τεκμηρίωσης και δεν ενέχει την ισχύ της αρίθμησης των προτασιακών διατυπώσεων του Tractatus.
Το βιβλίο οφείλει επίσης πολλά στην εικαστική και ποιητική ιδιοφυία του Αύγουστου Ζάντερ (August Sander), φωτογράφου, εκφραστή της Νέας Αντικειμενικότητας στην φωτογραφική τέχνη. Στη φωτογραφία του με τίτλο Νεαρή Μητέρα Μεσαίας τάξης, ένας κατάξανθος άρειος γόνος κι ένας κατάμαυρος σκύλος ράτσας συνυπάρχουν εκατέρωθεν της Μητέρας σε ένα λιβάδι στην εξοχή. Ξεφυλλίζοντας τον κατάλογο μιας φωτογραφικής έκθεσης που είχα επισκεφτεί στη Ζυρίχη πριν μερικά χρόνια, και η οποία συνδύαζε τον Αύγουστο Ζάντερ με το ελαφρώς μεταμοντέρνο του ανάλογο, την Νταϊάν Άρμπους (Diane Arbus) και πέφτοντας πάνω σε αυτή τη φωτογραφία, μου έγινε σαφές ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερη εικόνα για να γίνει εξώφυλλο των ΓΕΝΟΣΗΜΩΝ. Σχεδόν ταυτόχρονα με τον τίτλο λοιπόν προέκυψε και το εξώφυλλο του βιβλίου.
Έχει ενδιαφέρον, για όσους αναζητούν περιεχόμενο στην επιλογή των αριθμών, η παρατήρηση ότι το σύνολο των στροφών και των ολοτήτων, οι αριθμοί 278 και 49 αντίστοιχα, είναι και οι δυο ημι-πρώτοι αριθμοί, δηλαδή οι φυσικοί διαιρέτες τους, πλην της μονάδας, είναι δυο πρώτοι. Ο 278 είναι γινόμενο των πρώτων 2 και 139, ενώ ο 49 είναι γινόμενο του 7 επί το 7. Και ο 139 και ο 49 είναι και οι δύο πρώτοι και ευτυχείς αριθμοί, καθώς προσθέτοντας το άθροισμα των τετραγώνων των ψηφίων τους και επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία εξαντλητικά καταλήγουμε στη ΜΟΝΑΔΑ. Όλα αυτά είναι μια ευτυχής συγκυρία, ένα παράξενο συμπαντικό ενσταντανέ, καθώς από ένα σφάλμα της σελιδοποίησης, παραλείφθηκαν μερικές στροφές, η ολότητα με τίτλο Spleen – Ο σπλήνας του Πηλίου* (την οποία παραθέτω για λόγους τεκμηρίωσης μετά το τέλος του αυτοσχόλιου) με αποτέλεσμα να καταλήξουμε στους συγκεκριμένους αριθμούς. Δεν υπήρξε λοιπόν πρόθεση παρά μια ανάγκη για ερμηνεία. Θεωρώ καλοδεχούμενο το όλον. Έτσι προχωράει η επιστημονική σκέψη άλλωστε. Για την ποίηση ας πουν οι αναγνώστες.
Τέλος, ενώ αναγνωρίζω τις ομοιότητες που παραπέμπουν στις Φωνές του Αντόνιο Πόρτσια, ενώ, είχα – γράφοντας – ομολογώ κατά νου τη θαυμαστή Συνηγορία Ποιήσεως (Κίχλη, 2015) του Μάρκου Μέσκου κι έχοντας μιλήσει με αναγνώστες, με ποιητές και κριτικούς που τους αρέσει να απομονώνουν τις στροφές και να τις αντιμετωπίζουν ως αποφθέγματα, αφορισμούς, επιγράμματα, σπαράγματα ή μικροποιήματα ανεξάρτητα από την ακολουθία μέσα στην οποία παρουσιάζονται, ο ίδιος αντιλαμβάνομαι περισσότερο τα Γενόσημα ως 49 ποιητικές ολότητες που αναδιατυπώνονται -καθώς διατυπώνονται- σε έναν αέναο διάλογο των τίτλων με τις στροφές τους για τις οποίες επιδίωξα να λειτουργήσουν – μετρικά και κατά συνέπεια, δραματουργικά – όπως οι στροφές στις Αρχαίες τραγωδίες όπου ο χορός, απαγγέλοντας τα χορικά, έστρεφε από τη μια μεριά της σκηνής προς στην άλλη ακριβώς μόλις ολοκλήρωνε μια στροφή. Μια πρώτη παρουσίαση των Γενοσήμων που έκανε η σκηνοθέτις και ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου σε μια θεατρική δράση που οργάνωσε για το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, επιβεβαίωσε αυτή την επιλογή: κάθε ολότητα μπορεί να απαγγελθεί είτε ως θεατρικός μονόλογος είτε ως διάλογος. Αυτός ο δυισμός – του εγκιβωτισμένου ατομικού εντός του συλλογικού – επεδίωξα να διαχέεται σε ολόκληρο το βιβλίο. Ή ακριβέστερα – και για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τον χώρο της Φυσικής – μπορεί κανείς να πει ότι κάθε μια από αυτές τις 278 στροφές ανήκει ταυτόχρονα στην ολότητά της, στον τίτλο της καθώς και στο σύνολο της συλλογής με τρόπο ανάλογο με τον οποίο τα ελεύθερα ηλεκτρόνια ενός μεταλλικού αγωγού (ηλεκτρόνια σθένους που έχουν χαλαρούς δεσμούς με τους πυρήνες τους) ανήκουν ταυτόχρονα όχι μόνο στο δικό τους άτομο μα και σε ολόκληρο τον αγωγό συνολικά. Απαιτείται ένα βολτάζ, μια τάση, μια μπαταρία στα άκρα του αγωγού και κάθε ένα από τα ελεύθερα ηλεκτρόνια αρχίζει ένα προσανατολισμένο ταξίδι μες στο μέταλλο που – ανάλογα με την μπαταρία του καθενός – κάποιοι θα το προσλάβουν απλώς ως ένα ηλεκτρικό ρεύμα ικανό να ανάψει ίσα ίσα – στη διάρκεια ενός σχολικού πειράματος – ένα ευτελές λαμπάκι, ενώ κάποιοι άλλοι θα διακρίνουν στο ταξίδι αυτό, επίμονο, επώδυνο και απελευθερωτικό, της ποίησης το πρόταγμα._
(κείμενο που γράφτηκε για την παρουσίαση της συλλογής στο καφέ του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας στις 20 Οκτωβρίου του 2021)
Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος
Ακολουθεί η ολότητα Spleen:
*SPLEEN

Ολόφυτη η Πορταριά με καστανιές που θρύβονταν και σκορπούσανε τα φύλλα τους με τον βοριά. Λες και φτυάριζε το βουνό τα σπλάχνα του. Αμέσως σκέφτηκα: ο σπλήνας του Πηλίου.

ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Τα οστά των ζώων που βρέχονταν από τη θάλασσα, εστίες με νερό γλυφό, κοιλότητες των δρόμων. Μια σιωπηλή συνθήκη του ηχηρού λευκού. Ένας γάμος κι ένα μνημόσυνο μαζί· της πρόθεσης με την απελπισία.

ΤΟ ΧΑΡΤΑΚΙ

Των φιλιών η ζάχαρη γρήγορα κρυσταλλώνει καθώς συλλέγει όγκο από όμορα γλυκίσματα· τρίχες, κλωστές, φλοίδες, ένα χαρτάκι που μύριζε εσένα. Πώς τό ‘χες έτσι τσαλακώσει…


ΒΕΡΓΕΣ

Νύχτα, θα λέω ένα κορμί κι από τις βέργες του απλούστερο, όπου θα λείπει το κρέας, τα μαλλιά, τα μάτια. Καθώς την ύλη ασώματος νυμφεύομαι, σύρω μια πέτρα κι όλες τις βέργες μου τσακίζω. Άστες να κλαίνε, μοναχές, στο στρώμα σαστισμένες· αυτές θα γίνουν με τα χρόνια οι αντηρίδες σου.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑ

Το πρόσωπο που άφησα υπάρχει ερήμην μου, όπως υπάρχει ένας καρπός που από το δέντρο του αποκόπτεται. Έρημος και βουβός, γεμάτος απ’ τη μνήμη του ξύλου.

ΤΟ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ

Πέρασα αργότερα κι ήθελα να το επανακτήσω. Κι ας ήταν όλο λάσπες, με μια κρούστα μύκητες στο χρώμα των ματιών.
-Μην το ζυγίζετε, δεν είναι ανάγκη. Τι βάρος νά ’χει ετούτο εδώ το περιτύλιγμα; Όσο ένας Αύγουστος στη μπούκα του Χειμώνα.

Νοέμβρης του 2019 – Louvain la Neuve – Βέλγιο

Πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ – τεύχος 10/11
– Απρίλιος του 2022 –

Δεύτερη δημοσίευση στο ένθετο για τον πολιτισμό της ιστορικής εφημερίδας της ομογένειας, ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, στις 07/05/2022.

Επιλεγμένα

ένας μανδύας φωτός

ένας μανδύας φωτός

Δεν γέρνουν πάντοτε οι λέξεις

προς την επιθυμητή απλότητα

κι ένα παραδείσιο πουλί γεμάτο τρίλιες

ύπουλα τσιμπολογά

τον καθαρό αχό μιας ταπεινής σταγόνας

που όλο πασχίζει να διατυπωθεί

καθόσον πρήζεται·

εκεί

μες στους υπόηχους

θάλλει

το σιωπηλό νερό της ποίησης 

κι ένας ολόκληρος Μπεν Χουρ

σινεμασκόπ

και με τρισδιάστατο ήχο

κατακρημνίζεται

μέσα σε κάποια ασπρόμαυρη

Πηγή των Παρθένων

σαν μια πολύχρωμη έκρηξη

που εσωρήγνυται στην τέφρα της·

η τέφρα είναι που μένει·

εμείς, μοιραία,

ως να κατακτηθεί

ετούτη η απλότητα,

θα συνεχίζουμε να ουρλιάζουμε

πολύχρωμα κι απεγνωσμένα·

η ποίηση δεν είναι μόνο ένας μανδύας φωτός·

είναι το κρέας μας._

22/06/2019

photo: Ken Heyman (American, 1930-2019)
Willie
1962
Gelatin silver print
Museum of the City of New York
Gift of Joy of Giving Something, Inc.,
Courtesy of the Estate of Ken Heyman

παγωτατζίδικο

Άυπνος ήμουν τέσσερα βράδυα
μα στο δρόμο σαματάδες και ντέφια
αέρας που λέπταινε
κι οι νότες αργές κατέβαιναν
σα βιαστικοί ταξιθέτες
και στη διασταύρωση
έσερνε πρώτο τον χορό το απογευματινό παγωτατζίδικο με τους μαυροντυμένους σερβιτόρους
βάδιζαν εκείνοι ξυπόλητοι
και στη αποβάθρα της Λωζάνης άλλαζαν τρένο με μιαν αρκούδα που ανέβαινε τις σκάλες στον αυτόματο•
περίμενα ώσπου χάραξε στους μουσουλμανικούς φούρνους πίσω από τα μουσεία
έπειτα πήρα τη ζωή μου
– όχι λάθος –
και την τερμάτισα πριν γίνει παγωτό._
ΚΛ – 11/05/2022 – συλλογή ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΚΟΛΥΜΒΗΣΗ

photo: Tereza Zelenková (Czech, b. 1985)
The Unseen
2015
Gelatin silver print
Image: 100 x 125cm
Purchase funded by the Photographs Acquisition Group
© Tereza Zelenková

ράγες/αργές

ΡΑΓΕΣ/ ΑΡΓΕΣ

Ι

Στον προθάλαμο του γραφείου των κολχόζ

μια ορχήστρα έπαιζε

το βαλς των τρένων που ερωτεύτηκαν τις ράγες τους

κι οι εκτροχιασμοί ξυπνούσαν

τους νεκρούς των δρόμων

τις πομπές των αυτοκινήτων τα Σάββατα

-που πάντοτε μού θύμιζαν τη Νέα Ορλεάνη,

έπειτα από τους τυφώνες ή κατά το Μαρντί Γκρα-

κι εσένα που ζήλευες τους αυτόχειρες

επειδή έκλεψαν απ’ τον θάνατο

όσα ντρεπόσουν

να τού ζητήσεις.

ΙΙ

Στο πολιορκημένο Λένινγκραντ

οι άνθρωποι κρύβονταν στου ήλιου τις αυλές

με σακατεμένα πνευμόνια, δίχως δόντια/

μα ένα κορίτσι άυλο

σχεδόν αναιμικό

άλλαζε δίσκους της Μελοντιά σε μιαν αποτέκα·

κι όλο και χόρευε και ξαναχόρευε

με κάποιο φάντασμα ενός πρόσφατου νεκρού

καθώς η Ημιτελής του Σούμπερτ

απέθετε ένα περιλαίμιο αθωότητας

γύρω από τη λεωφόρο Πούσκιν·

έτσι πάντα η ζωή θα σε πηγαίνει στην εποχή της ωραιότητας

με απλωτές αργές

μα εσύ γενναίε μου θα αποζητάς το γρηγορότερο

να παίξεις με τις λάσπες·

χθόνιος και τυφλός από τα σπάργανα

άλλοτε Τειρεσίας

κι άλλοτε σκουλήκι.

ΚΛ – 11/09/2021 – συλλογή Κάτω Χώρες

photo: από την πολιορκία του Λένινγκραντ

How W. H. Auden Spends the Night in a Friend’s House: – Lydia Davis

ΠΩΣ Ο W. H. AUDEN ΠΕΡΝΑΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ:

Ο μόνος ξύπνιος, το σπίτι ήσυχο, οι δρόμοι σκοτεινοί, το κρύο να πιέζει τα σκεπάσματα, απρόθυμος να ενοχλήσει τους οικοδεσπότες του κι έτσι, αρχικώς, η εμβρυακή του συστροφή, η αναζήτησή του για μια ζεστή κοιλότητα εντός του στρώματος…

Έπειτα η κρύφιή του εξόρμηση πάνω απ’ πάτωμα για μια καρέκλα να σκαρφαλώσει και η ασταθής του έκταση προς τις κουρτίνες, τις οποίες τις στρώνει πάνω από τα υπόλοιπα σκεπάσματα στο κρεβάτι του…Η ικανοποίησή του υπό το νέο βάρος που τον πιέζει προς τα κάτω, κατόπιν ο γαλήνιος ύπνος του…

Σε κάποια άλλη περίσταση αυτός ο άυπνος επισκέπτης, κρυώνοντας και πάλι και μη βρίσκοντας κουρτίνα στο δωμάτιό του, ξεμυτίζει και σηκώνει το χαλί τού χολ για τον ίδιο σκοπό, καμπυλώνοντας και ισιώνοντάς το στον υποφωτισμένο διάδρομο…Το βάρος του χαλιού που γίνεται ένα βαρύ χέρι πάνω του κι η σκόνη, που πνίγει τα ρουθούνια του, είναι ένα τίποτα μπροστά στο πως εκείνο το χαλί καταπνίγει την αβολεψιά του…

How W. H. Auden Spends the Night in a Friend’s House: – The Collected Stories of Lydia Davis – μετάφραση Κ. Χ. Λουκόπουλος

photo: Henri Cartier-Bresson (French, 1908-2004)
Boston, United States, 1947
USA. Massachusetts. Boston. 1947.
From Images à la Sauvette (Verve, 1952), p. 59-60
© Henri Cartier-Bresson / Magnum Photos

What she knew (1986) – Lydia Davis

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΕΙΝΗ ΗΞΕΡΕ

Ο κόσμος δεν ήξερε αυτό που εκείνη ήξερε, ότι δεν ήταν στα αλήθεια γυναίκα μα ένας άνδρας, συχνά ένας παχύσαρκος άνδρας, μα ακόμη συχνότερα, ίσως, ένας γέρος άντρας. Της ήταν δύσκολο να μιλήσει με έναν νέο άνδρα, για παράδειγμα, παρότι ο νέος άνδρας ενδιαφερόταν ξεκάθαρα για κείνη. Έπρεπε να αναρωτηθεί, Γιατί αυτός ο νέος άνδρας φλερτάρει με τούτον τον γέρο;

What she knew (1986) – The collected stories of Lydia Davis – μετάφραση Κ. Χ. Λουκόπουλος

photo: Judy Dater (American, b. 1941)
Imogen and Twinka at Yosemite
1974
Gelatin silver print
Image: 9 1/2 × 7 1/2 in.
Mount: 17 15/16 × 14 in.
Frame: 22 5/8 x 16 5/8 x 1 3/8 in.
The J. Paul Getty Museum, Los Angeles, Gift of Jack von Euw

Death and the Maiden I

Το Θριάσιο ήταν πάντα μια κορνίζα από χρυσάφι έτοιμη να θερμοπυρωθεί
ανταλλάσσοντας δέρμα με μιαν ατμομηχανή
μες στην ιστορική συνθήκη της
μέχρι που κάποτε έγινε ολόκληρο Νοσοκομείο
με διακριτή μονάδα εγκαυμάτων
έκτοτε γεννάει εικόνες που ζουν μες στην κορνίζα του·
μια εικόνα χθόνιας δυναμικής
που εκβάλλει στα στάχυα της πεδινής Βοιωτίας σαν Αχέροντας,
κάτι υπέρηχους γεμάτους σκιές,
τους ανθρώπους που έγιναν σκιές πυκνότερες απ’ τους υπέρηχους,
το κορίτσι που πλακώθηκε από τα μπάζα στον σεισμό του ενενήντα εννιά
στα σύνορα με την αυγή
που άλλοτε ονομαζόταν οιωνοφέρουσα·
το βλέμμα της που, καταλήγοντας στο αεροδρόμιο,
περνά από τη γέφυρα του Σαρανταπόταμου
χαιρετώντας τους νεκρούς που ετοιμάζονται
για την πρωινή τους πτήση·
μια εικόνα τέλους
παγωμένη σ’ ένα αέναο στοπ καρέ·
την επίσκεψη του θανάτου που ενίοτε καταλήγει αρμένικη._

ΚΛ – 12/12/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

γκραβούρα: Gustave Doré

La Mort
Vision de Saint Jean
Dessin de Gustave Doré, gravure sur bois d’Héliodore Pisan.
Planche hors texte imprimée dans La Sainte Bible selon la Vulgate. Traduction nouvelle de l’abbé Jean-Jacques Bourassé avec les dessins de Gustave Doré.
A. Mame et fils (Tours), 1866, 2 vol. Tome II : Nouveau testament, p. 872.
BnF, Réserve des livres rares, Smith Lesouëf R-6283
© Bibliothèque nationale de France

UNDINE* (Όφις και Κρίνο**)


Σκοτεινός καιρός
απ’ το αίμα του μύριζε•
διασχίζαμε κείνη την άτεγκτη ανάμνηση
που ήταν σαν ένας γονιός δανεικός
καθώς τα κύματα ζωντάνευαν
με ανεξήγητες καμπυλώσεις
(το Ντουόμο θυμίζοντας να σηκώνεται μέσα από τα μάρμαρά του με έναν βρυχηθμό).
Ψάρια κολυμπούσαν εκτός καιρού
με αλλότρια σώματα,
τα κτίρια θρύβονταν απ’ την ορμή του σκότους
κι όλα τα αγόρια κατέληγαν στον ύπνο τους
με λίγο βήχα και μια γραμμούλα σάλιο στο μαξιλάρι.
Στο πάνελ που ήταν καρφιτσωμένη
η Undine τραγουδούσε για τα ερείπια και τους ανθρώπους
σα να αντέγραφε το Βιβλίο των Ωρών σε κάποιο μεσαιωνικό scriptorium:
με ευλάβεια και νόστο.
Με κάθε νότα η ουρά της μεγάλωνε
ώσπου – ξεκινώντας απ’ την Οστάνδη –
έφτασε στην Ες – συρ – Αλζέτ
τον χειμώνα του δεκαεννιά.
Εκεί, στις όχθες του ποταμού Μοζέλλα,
κι ενώ στα δάκρυά της επέπλεε,
σκότωσε δυο εμιγκρέδες απ’ την Τασκένδη
δίχως να εξηγήσει
ότι δεν ήταν καν η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου,
μια Μέδουσα των Ποταμών
καταραμένη να αγαπιέται ήταν,
σαν Όφις και σαν Κρίνο.

ΚΛ – 20/08/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

* Οι Undines είναι, σύμφωνα με τον Παράκελσο, μία από τις τέσσερις κατηγορίες πλασμάτων που μπορούν να χαρακτηριστούν στοιχειά. Σε πλήρη αντιστοίχιση με τα τέσσερα στοιχεία της αρχαιότητας, Γη, Νερό, Αέρας και Φωτιά τα πλάσματα αυτά είναι οι Νάνοι, οι Νύμφες, οι Συλφίδες και οι Σαλαμάνδρες. Στις νύμφες ανήκουν οι Undines που ανάλογα με τις παραδόσεις των λαών τις Ευρώπης παραπέμπουν άμεσα και στις γοργόνες. Η λέξη παράγεται ετυμολογικά από το λατινικό unda που σημαίνει κύμα. Άλλη εκδοχή της είναι η γραφή Ondines. Στη συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ επιχειρώ, εκτός των άλλων, μια ποιητική ζεύξη των μύθων και των παραδόσεων των χωρών Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο με τον μύθο της Περσεφόνης.

** Παραπέμπει στο νεωτεριστικό – κατά τη γνώμη μου – έργο του Καζαντζάκη, όπου η δίψα για την απόλυτη γνώση της αγαπημένης του συγγραφέα οδηγεί στη διαστροφική λαχτάρα να βιώσει τον ίδιο της τον θάνατο. Που με τη σειρά της παραπέμπει στην εμπεδόκλεια διαρχία του έρωτα και του θανάτου.

το φως, ο Μπέργκμαν και οι ρομαντικές κομεντί (lln)


ΤΟ ΦΩΣ, Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ (LLN)
Στις νυχτερινές διαδρομές κάτω από τα γεφυράκια στη φοιτητούπολη της Λουβαίν Λα Νεβ, το σκοτάδι είναι πιο πυκνό κι από το εσωτερικό ενός μέλανος σώματος. Απορροφά το φως αυτάρεσκα και δεν το επιστρέφει. Μα όσο κι αν αναζητώ συχνά το σκοτάδι, έμπλεο ήχων και κρυφών χρωμάτων, με νοσταλγία θυμάμαι και τις απογευματινές άσκοπες βόλτες στους ίδιους δρόμους, γεμάτες χλωροφύλλη και υγρασία, λειχήνες και βρύα, και την πανδαισία των εμφανών ή και κραυγαλέων, χρωμάτων των ανθόκηπων που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα στη θάλασσα της υποπράσινης διαβάθμισης ακόμη και το φθινόπωρο καθώς ενώ ο καιρός κρυώνει κι αρχίζει να πολεμάει το φως χρονικά από τη μια, υποκύπτει στη σαγήνη του και την ατίθαση καθαρότητά του, το υποθάλπει και το καλομαθαίνει, από την άλλη. Τα σπίτια, με τα τούβλα από κόκκινο άργιλο, ταυτισμένα με την αισθητική του τοπίου παραδίδουν τις καμινάδες και τα κεραμίδια από βασάλτη στην πικρή αφαίρεση του ήλιου προς τα σύννεφα. Ταυτόχρονα οι στέγες ορίζουν τον ορίζοντα με τρόπο αμετάκλητο. Εδώ τελειώνει το απόλυτο φως και αρχίζουν οι διαβαθμίσεις του γκρίζου κι οι άνθρωποι αναδύονται λειτουργικοί αν και άχρωμοι μες στην ξανθιά μονοτονία τους. Στη στροφή της Ρυ Λουπουάνι, εκεί όπου εδρεύει το χαμηλότονο Γηροκομείο, το φως μοιάζει να στρίβει επίσης φωτίζοντας τα μπαμπακένια μαλλιά των τροφίμων, δίνοντας μιαν αίσθηση χιονισμένου τοπίου στην αυλή όπου τυλιγμένοι με χοντρές, επίσης λευκές, γούνινες κουβέρτες πάνω στις αιώρες τους και τις υπαίθριες κούνιες φερ φορζέ, οι απόμαχοι μυρικάζουν τον βίο τους με τον αναστοχασμό που οφείλουν στην ουσία του. Τρία χρόνια αργότερα οι απώλειες της δομής, εξαιτίας τον κόβιντ, θα φτάσουν το 70%. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κει, στην αρχή του δικτύου των ατελείωτων και δαιδαλωδών πεζοδρόμων, βρίσκεται το εμπορικό κέντρο. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα σε οικίες, εμπορικά και πεζόδρομους ορίζει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στην Πολίχνη μα είναι και ένα γενικότερο μοντέλο κατασκευής μιας βελγικής κωμόπολης. Σπάνια συναντάει κανείς στον κανονιστικό οικιστικό ιστό έναν προφανή ναό (και πολύ λιγότερο, ή και καθόλου, έναν κραυγαλέο ναό) μία εκκλησία, οποιουδήποτε δόγματος. Οι χώροι λατρείας είναι αυστηρά ορισμένοι, δίχως αυλή, περιορισμένοι και σχεδόν απόκρυφοι ενώ ο πραγματισμός του πανεπιστημίου απλώς κλειδώνεται εκτός τους. Εντός του κάμπους βέβαια, σε ότι αφορά στους πιστούς, η πολυπολιτισμικότητα κάνει το θαύμα της. Σε τυχαία σημεία μια έκκεντρης βόλτας μπορείς να συναντήσεις από Κρίσνα ως προτεστάντες και ευαγγελιστές, βουδιστές, μωαμεθανούς και φυσικά Εβραίους. Με την αφορμή αυτή ανακαλώ μια τυχαία, μακρά συζήτηση που είχα, για την προσδοκία της Ανάστασης, τον ρόλο των σκιών και του Παραδείσου, με μια νεαρή Αφρικανή από το πρώην βελγικό Κονγκό μία παραμονή του Χάλοουϊν• συζήτηση που άνοιξε η ίδια, σε ένα παγκάκι έξω από το FNAC, με προφανή στόχο τον προσηλυτισμό μου σε κάποια εκκλησία Ευαγγελιστών. Η πρόσληψη του Παραδείσου εξαρτάται ίσως και από τα φυλετικά χαρακτηριστικά, μού λεει, καθώς περιστρέφει αμήχανα στα χέρια της ένα φυλλάδιο ενημερωτικό• όμως ένας κοινός παράδεισος για όλες τις θρησκείες, θα έμοιαζε ίσως περισσότερο με τον παράδεισο των μουσουλμάνων, όπου οι αναγωγές των απολαύσεων προς τέρψιν της σάρκας είναι περισσότερο κατανοητές αν και καθόλου πνευματικές. Ισχύει όμως εδώ η γνωστή ρήση για το τέλος μιας κουραστικής μερας όπου όλοι θέλουν να χυθούν στον καναπέ και να δουν μια ρομαντικη κωμωδία ενώ θα αφήσουν τον Μπέργκμαν για μια πιο χαλαρή σαββατιάτικη έξοδο. Για μας ο Παράδεισος – παρόλα αυτά – ταυτίζεται με την πνευματικότητα που επιδιώκουμε εν ζωή. Η πίστη μας είναι τυφλή πίστη και μόνο, λέει, δίχως ανταλλάγματα. Δίχως επίσης καμία απολύτως εμπλοκή με τις αποδείξεις, τον ορθό λόγο ή με την επιστήμη. Έχει προφανώς δίκιο. Μόλις πρόσφατα αναγνώρισα κι ο ίδιος την ακρίβεια και την ισχύ αυτού του συλλογισμού καθώς διακρίνει την ερμηνεία του κόσμου σε δύο γνωσιοθεωρίες μεταξύ τους ασύμβατες (σαν δύο ευθείες που δεν είναι παράλληλες αν και δεν τέμνονται) και αποδίδει τα αμφίσημα αξιώματα στην καθεμιά τους κατά το δοκούν. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Η κοπέλα αποφεύγει πάντως την κουβέντα για αφρικανικές δοξασίες, για χθόνιες θεότητες κλπ. με τον προφανή κυριολεκτικό φόβο τής ταύτισής της με την ειδωλολατρεία λόγω φυλής. Είναι άλλωστε σχεδόν διακόσια χρόνια που η απληστία και η μεγαλομανία του Λεοπόλδου τους απομάκρυνε από το γονιδιακό τους αποτύπωμα. Και σχεδόν εκατό χρόνια «ανεξαρτησίας». Έχω διαβάσει φυσικά το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, λέει, όπως και κάθε άλλο βιβλίο του. Η υπέροχη λογοτεχνία σας είναι σχεδόν το ίδιο ενοχική όπως και η Καθολική πίστη. Σκέφτομαι υπομειδιώντας ότι η λογοτεχνία μας δεν έχει καμία σχέση με τον Ζέμπαλντ, ούτε πολύ περισσότερο ο σχεδόν θετικιστικός αγνωστικισμός μου έχει καμία σχέση με την λαχτάρα της αμαρτωλής ψυχής για το καθολικό πουργκατόριο. Όμως μέσα μου καμαρώνω που πέρασε την προφορά μου βαλλόνικη έστω και για λίγο. Σπεύδω να διευκρινίσω την «ταπεινή» μου καταγωγή, καθώς και να φέρω στη συζήτηση τις δικές μου σταθερές: την εκ παραδόσεως εμμονή στην Ορθοδοξία της Ανατολικής εκκλησίας, το Βυζάντιο, μα κυρίως την αρχαιότητα, την Ελευσίνα και φυσικά την Περσεφόνη. Από όλα αυτά ξέρω μόνο την Περσεφόνη, λέει. Και πως το όνομα της έχει να κάνει με το φως. Ο Θεός στη ζωή μας είναι το Φως ενώ ο Σατανάς, το Σκοτάδι. Αυτό πρέπει να αναζητήσω μου λέει, το αιώνιο Φως. Δίχως να την αποπάρω εξηγώ τον μη καρτεσιανό ορθολογισμό μου, την εμμονή μου στην επιστημονική μέθοδο και υπογραμμίζω ότι, μπα, δεν είναι αδέσποτο πνευματικά ετούτο το γέρικο κουτάβι. Έπειτα από ώρα σηκώνεται αρκετά απογοητευμένη που έχει αποτύχει να με πείσει, μα το κρύβει με μια συγκινητική ευγένεια που φανερώνει ένα μεγαλείο και μια ποιότητα. Καθώς το φως υποχωρεί κι ο ήλιος ροδίζει, με καληνυχτίζει κι ανοίγει τα φτερά της μα ο άγγελός της δεν πετά. Αντίθετα, προσγειώνεται πριν καν απογειωθεί, σε ένα κατάστημα με γυναικείες τσάντες προς την έξοδο, του οποίου η βιτρίνα καιροφυλακτεί για τις απερχόμενες πελάτισσες (ακόμη και τις νεαρές αποτυχημένες ιεραποστόλους). Τελικώς απομακρύνεται, αγέρωχη πάνω στους εντυπωσιακούς γλουτιαίους της, με μια καινούργια τσάντα να έχει προστεθεί στο οπλοστάσιό της. Σκέφτομαι πως αν η Περσεφόνη ήταν Αφρικανή θα ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο μονήρης και το ίδιο αγνή, που ο Πλούτωνας θα ήθελε να την κορφολογήσει, αποκλειστικά για την απλότητά και την αθωότητα της, σαν αρπακτικό που προμηθεύεται τα θύματά του, απευθείας από την Πηγή των Παρθένων. Κι έτσι, παρότι ήδη απόγευμα και το τέλος μιας κουραστικής μερας πλησιάζει, κλείνει το χρονικό της αποτυχίας τής θρησκευτικής μου αποπλάνησης, με σκοτεινό Μπέργκμαν στο εμπορικό κέντρο Εσπλανάντ κι όχι με μια φωτεινή ρομαντική κομεντί στον καναπέ μου._

ΚΛ – 06/11/2021 – επιμύθια για τις ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – Η Πηγή των Παρθένων

οι αδέσποτοι εαυτοί

Κάθε νύχτα ταξιδεύει με ένα Ιλιούσιν της Αεροφλότ
προς το φωσφορίζον Κίεβο
κι όπως αντικατοπτρίζεται η εικόνα του στο τζάμι
βλέπει την ζωή του σαν μια κουκίδα από φως που έπαψε να υπάρχει ξαφνικά
όπως παύει η ανάσα ενός άστρου.
Κάθε νύχτα.
Όμως τον Δεκέμβρη του 2018 τη μέρα του Sinterklaas
και καθώς χωνεύει η ομίχλη
τα ρουθουνίσματα των ταράνδων
βρίσκεται σε ένα ατμόπλοιο στην Ες συρ Αλζέτ
σχεδόν έτοιμος να συγκρουστεί
με το Μποκ που ξεφυτρώνει από τα νερά
σαν ένα ακόμη μυθικό Άβαλον.
Έπειτα γίνεται διαυγής και μαύρος κι αχνιστός
φέρει δίκανο απασφαλισμένο
καθώς διασχίζει
το μονοπάτι του Λιανού προς την Τσόκα
κι όταν συναντιέται με τους Αδέσποτους Εαυτούς
τους σκοτώνει έναν προς ένα
ελπίζοντας να σκοντάψει προτού διασταυρωθεί με τα ζαρκάδια•
στον ύπνο του γυρίζει και χαϊδεύει το κορίτσι
που τον κρατάει τρυφερά απ’ τις μασχάλες
σα μετάλλιο
την κοπέλα αυτή δεν θα τη μνημονεύσει όταν αναπαυθεί
όπως δεν μνημόνευσε τη μάνα του
και τις εαρινές του ερωμένες.
Ξανά οι αδέσποτοι εαυτοί τον τριγυρίζουν
εκτοπλάσματα
ένα παπαδάκι
μια ορντινάτσα του διοικητή
ένας ποιητής με ακανόνιστη γενειάδα και γλειμμένο κρανίο
δηλαδή ένας θλιβερός άνδρας που αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ’ τον έρωτα•
πισωγυρίζει στον κέδρο που μεγαλώνει σαράντα δυο χρόνια αφόρητα γαλάζιος
πάνω από μια κουτσουπιά και του σκουπίζει τα δάκρυα,
έπειτα προσπαθεί να αναγνωρίσει ετούτη την παραβολή:
μια παντιέρα που ανεμίζει προς στα αριστερά
όμοια λευκό κοράκι αποχρωματισμένο•
μα εκεί που το ταξίδι γίνεται ένα vanishing point τη χάνει απόλυτα
καθώς είναι το ταξίδι του
αυτό που είναι
κι ό,τι απέμεινε απ’ εκείνο το είναι•
Έπειτα βήχει δίχως αιτία αφού
πάνε είκοσι χρόνια που έχει κόψει το τσιγάρο•
αλλά και το τσιγάρο ήταν μια κάποια λύσις.


ΚΛ – 10/10/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Φωτό: Άγριες Φράουλες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1957)