ονειροπόληση

Χωράει ενίοτε και κάποια
ονειροπόληση,
όσο κι αν η φτώχεια
μάς μοιάζει αμετάκλητη,
με ρούχα
που μυρίζουν ασπρόξυλα
και φτηνό κρασί/
Πίσω απ’ τα ματόκλαδα των κοριτσιών
που ανοιγοκλείνουν αμήχανα,
ή μέσα σε τούτο το πρωί που μεγαλύνεται,
καθώς το καλοκαίρι
γλιστράει από κάτω μας
σαν βαριά μολυβένια μπάλα,
και συνθλίβει όλους
τους χειμώνες.
Χωράει ακομη και η ευωδιά
των ασπαλάθων,
και το αναιδές τους κίτρινο
αν έστω για μια στιγμή υποδυθούν,
τα χρυσάνθεμα των σκουπιδιών/
Μια άγκυρα επιβίωσης,
αυτή η διαρκής ακυρωτική συνθήκη
του ενεστώτα χρόνου/
ΚΛ – 08/11/2017

photo: Bill Culbert
Small glass pouring Light, France
1997
Silver gelatin print, edition of 25
40.5 × 40.5 cm
Courtesy the artist and Roslyn Oxley9 Gallery, Sydney and Hopkinson Mossman Gallery, Auckland

εγκιβωτισμός XVII/ η αναγκαιότητα της έκτασης

Ενώ η πόλη εξαφανίζεται σα μια σταγόνα οινοπνεύματος που στεγνώνει στον ήλιο, τα δέντρα του αυλόγυρου – φτελιές και κουμαριές, κλαίουσες, ευκάλυπτοι και εκατοντάδες πεύκα – συνεχίζουν να τεντώνονται. Αμυδρά ακούγονται οι ρίζες τους που μηχανοδηγούν τους κορμούς, κι οι προστριβές τους με την υγρασία, όπως σπιθίζουν άτακτες στα παρτέρια, σχεδόν οπτικοποιούνται. Για τούτο το μέρος, τα δέντρα είναι άνθρωποι, κι οι άνθρωποι – όσο κι αν καθηλωμένοι- υπάρχουν εκτατικά (και επεκτατικά) και ως προς τον χώρο και ως προς το χρόνο. Για αυτό κι όταν τιμωρούνται απ’ τις δομές, περιορίζονται στο χώρο (ενώ ο χρόνος συχνά, τους αφαιρείται εντελώς). Αυτή η εκτατική στέρηση, που υφίσταται αυτοδύναμη – είτε ως πράξη, είτε ως απειλή – και που αυτονόητα, καθόλου δεν σωφρονεί, πάρα διαβρώνει την αρχιτεκτονική, τη φόρμα, την υφή και την ουσία μας, θυμίζει τα μεταλλικά προπλάσματα που επέβαλαν στις εκπαιδευόμενες γκέισες – μάικο, από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να εμποδιστεί η ανάπτυξη των πελμάτων τους και να διατηρηθούν λωτόσχημα και μικροσκοπικά. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πέλμα σα φουχτίτσα μωρού παιδιού για κάθε πόδι που χωρούσε μια χαρά στα κομψά ξυλοπάπουτσα (και αφόρητοι ισόβιοι πόνοι.) Λίγα πράγματα – ακόμη και στην ίδια την φύση, που είναι αυθύπαρκτα σκληρή – μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμα μιας τέτοιας στρέβλωσης. Έτσι, ακόμη και με την αρνητική ισχύ της διάψευσης – που θα ’λεγε κι ο Πόπερ – προκύπτει και πάλι το προφανές: η ελευθερία είναι μια έννοια ταυτοτική της έκτασης… Δίχως έκταση, δίχως χρόνο, δίχως λίγο ουρανό, σας βλέπω κι εγώ που επισκέπτεστε με περιοδικότητα φίλους και συγγενείς, και η κίνησή σας με υπνωτίζει. Σας θεωρώ ελεύθερα δέντρα, δρομείς. Θέλω να ταξιδέψω μαζί σας, να εκτιναχτώ, ένα κυπαρίσσι με ρίζες αντιβαρύτητας. Το ίδιο ζηλεύω τα τρέιλερ των νοσοκόμων με τα εργαλεία που πάνε κι έρχονται, τα λουλούδια και τα σοκολατάκια που αλλάζουν χέρια, κάτι βυσσινάδες που μεταφέρουν σε πλαστικές σακούλες σουπερμάρκετ οι γηραιότεροι, ενώ τα μάγουλα αναψοκοκκινίζουν και τα χαμόγελα ταξιδεύουν αλληλοδραστικά πάνω στα δάκρυα, από πρόσωπο σε πρόσωπο. Ακόμη και η ροή των υγρών μέσα στις σύριγγες, άλλοτε προς τον απελεύθερο αέρα κι άλλοτε προς εκείνο το γουστόζικο γλουτιαίο μυ, γίνεται μια ακόμη ηδεία απόδραση. Ο χώρος τα δέχεται όλα και τα καταπίνει ή τα αναπαράγει, ο χώρος γεννά την ελευθερία που υπόσχεται… Δεν μου απομένουν παρά λίγες μέρες σε τούτο το καθεστώς. Γι’ αυτό δε θα μακρηγορήσω. Με νύχια και με δόντια θα πρέπει να διεκδικήσουμε το χώρο μας. Γέρικα δέντρα όπως καταλήξαμε κι ακίνητα, ας διατάξουμε τουλάχιστον τις ρίζες μας ώστε να αναζητούν όλο και πιο μακριά, το αφράτο χώμα._

ΚΛ – 02/11/2017 – XVII. η αναγκαιότητα της έκτασης/ εγκιβωτισμοί

photo: Alfred Stieglitz (American, 1864-1946)
Georgia O’Keeffe: A Portrait (9)
probably around 1921
Photograph, gelatin silver print
Gift of Alfred Stieglitz
Photograph: © Museum of Fine Arts, Boston

τα χρώματα στη δύση

Κοντά στη δύση μας,
τελεσιουργεί,
η χρωματική μας παλέτα:
Η συλλογή με τις προτομές όπως φωτίζεται άνωθεν,
αγνοώντας τα μάτια,
και τα αντίστοιχα βιβλία με τις παραπομπές.
Η χειραγώγηση των σκιών
στον κηπαίο λαβύρινθο
-είτε των δικών μας,
είτε των κοριτσιών που επισκέπτονταν-
και η αποθήκευση της αμετάκλητης λάμψης,
όταν χτυπούσε στο κράσπεδο,
εκείνο το λευκό περιστέρι/
Ένα μικρό σύννεφο,
που φορούσε εργατική σαλοπέτα,
κι έγινε με τα χρόνια,
ένα Σύννεφο με Παντελόνια.
Τα ελάχιστα ταξίμια του Τούντα,
που ανέπτυσσε στη βεράντα του,
ο Σωτήρης Καλυμνάκης.
Κι η συντριπτική ερώτηση έξω απ’ τις τουαλέτες του Αττικού:
-Μάνα, χτύπησες;
Έπειτα ένας ψίθυρος,
συνήθως πολυπρισματικός,
κι ο τοίχος που εμπόδιζε όλα τα όνειρα,
τα επόμενα χρόνια.
Και που οι πάντες επιθυμούσαν να παγώσει εκεί,
στη δύση του,
να ταξιδερμηθούν τα χρώματα
σωστά,
στη φορμόλη τους.
…Μόνο το αίμα,
-που δέεται το κόκκινο-
περίμενε πως και πως,
τη νύχτα να το μαυρίσει._
ΚΛ – 21/10/2017

photo: Stanley Miller (Mouse) (American, born in 1940) and Alton Kelley (American, 1940-2008)
Moby Grape, Sparrow, The Charlatans (Avalon Ballroom, 13-14 January 1967)
1967
Poster, offset lithograph
Collection of Patrick Murphy
Courtesy, Museum of Fine Arts, Boston

το αστρικό υφάδι

Το χιόνι στα όνειρα είναι πιο κρύο,
ακόμη κι απ’ το ωχρό
υγράνθεμο του Πλόβντιβ,
ξερό όπως ενδημούσε στο αγιάζι της Αϊπόβρυσης,
απελπισμένο,
αναρριχητικά στον οπλοβαστό/
Μαζί μας κουβαλάμε τα χιόνια μας,
ως εκεί που πια δεν θα ορίζουμε
κανένα από τα αυτόβουλα ταξίδια που μας συμβαίνουν/
και θα είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου,
αυτή η κραυγή,
-που ακολουθεί τη διαδοχή των χειρισμών στη νεύση του βαρκάρη-
να σιγήσει επιτέλους,
βουλιάζοντας στο χιόνι μας,
σαν ένα εγκαταλειμμένο γεώμηλο/
Εκεί θα σιγοκαίει μαζί με την πρώτη μας αγάπη,
διαθέσιμο για όποιον το ποθήσει,
το μεταξένιο πουλί που θροΐζει με το ράμφος του τα ποιήματα,
ή ας το πούμε κι έτσι,
των αγγέλων το αστρικό υφάδι,
στης πεζής ζωής μας το στημόνι/

ΚΛ – 19/10/2017
photo: Brooklyn Gang by Bruce Davidson, 1959

 

μόλις χθεσινοί

Μιλώ συχνά με τις παλίρροιες
ή με τους χθεσινούς ανθρώπους.
Κι όσες γραμμές τους τελούν εν αμφιβόλω,
επανορίζονται:
ένας μοναχικός σπουργίτης,
που καρτερά το χειμώνα του
να αναδειχθεί,
γίνεται σταυραητός/
τα ανάνθιστα κυκλάμινα κι οι πασχαλιές του Απρίλη,
γίνονται χαμώφτερες και παραπούλια/
όλα τα σεληνιακά ποιήματα
(απ’ της Σαπφούς την έκπαγλη σελήνη,
έως του Λαπαθιώτη το ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο)
σιωπούν/
Μα οι άνθρωποι άλλαζουνε τομάρι
συχνότερα απ’ τη μύτη τους.
Κι όσο γερνούν, τόσο θρύβονται.
Και στο φευγιό τους όλο διαμαρτύρονται:
σείουν τα σήμαντρα ανάερα,
είτε βροντούν τις θύρες δίχως πρόσταγμα/
κι ας μαρτύρησαν κι εκείνοι
-μόλις χθεσινοί-
από τη φθαρτή τους σάρκα
και τα χρεωμένα τους ενύπνια._
ΚΛ – 15/10/2017

photo: Christopher McKenney

επιστροφή

Ονειρεύομαι που και που
μιαν επιστροφή,
γεμάτη απ’ την οδύνη των αποχωρισμών
που θα ‘ρθει να γιατρέψει,
έξω θα συμβαίνουν τα καλοκαίρια με στάχυα και αντίλαλο,
ο μεσημβρινός φάρος του Μελαγκαβί
που όλο θα υποδέχεται
τον Αυγουστιάτικο ήλιο όπως θα δύει στην κορώνα του,
σαλός του Ηραίου,
και τα μάτια των γλάρων
που θα κλείνουν τυφλωμένα,
κι εσείς που όλο θα επιστρέφετε αέναα,
αγκαλιασμένοι
μέσα στο φως που περισσεύει,
μάταια να γυρεύετε ψαχουλευτά
τις λεμονιές μας,
ή έστω με τη μυρωδιά,
καθένας τον δικό του ευωδιαστό λεμονανθό.
ΚΛ – 10/10/2017

photo: Sudek-The Enchanting Garden

αποποιήματα

Λέω πως
τα ποιήματα είναι ο κορμός,
είναι οι λέξεις τους,
κι ας ξεφυσούν οι ποιητές
να τα γεμίσουνε με μέλι.
Αν δεν αντέχουν οι λέξεις
το ζαχάρωμα,
θα πάνε αλλού και θα ερωτευτούν/
Εκεί κοντά θα περιμένει πάντα ένας Καρούζος,
για να ταΐσει αποποιήματα
την Έλαφο των Άστρων._
ΚΛ – 10/10/2017

photo: Robert Rauschenberg
Cy and Relics
1952
Photograph
© The Rauschenberg Foundation

ο Ρόζενκραντζ κι ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί

Αρκεί να παρατηρώ
τα ζεύγη των αποδημητικών πουλιών που αντηχούν
τις ορμές του χόρτου και των βράχων σε κάθε πτήση,
ή πώς το φως εποικεί σταθερά 
τις ανήλιαγες σπηλιές
ενώ κάθε αρνητικό βρίσκει το θετικό του,
για να ζηλέψω
το συγχρωτισμό της ανέμελης άγνοιας της φθοράς,
με το πλήρες σύμπαν/
Κι όσο βλέπω πώς θεριεύουν
τα δέντρα που μαζί μεγαλώσαμε,
μα εξέλειπαν τα χέρια που τα πότιζαν,
ή ένα αυλινό πλακόστρωτο που ο μάστορας του,
μου είχε υπογραμμίσει
«πως θα ζήσει πολύ μετά από μας»,
τόσο λέω πως η πλάση
δεν είναι παρά μια επώδυνη κατασκευή,
για όσα πλάσματα
φέρουν ακέραιη τη συνείδηση του τέλους τους.
Ζούμε μικρές θνητές ζωές
που αναλώνονται σε αθάνατα σχέδια.
Μα η αθανασία είναι μια ψευδαίσθηση.
Κι ας θεωρούμε
πως όσες φορές κι αν στρίψουμε το νόμισμα,
θα ρθει κορώνα.
Ποιός, άραγε, δεν το ξέρει,
πως ο Ρόζενκραντζ κι ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί, άρχοντά μου;*
ΚΛ – 07/10/2017

*Αναφορά σε θεατρικό έργο του Τομ Στόπαρντ (με ήρωες δυο δευτερεύοντες χαρακτήρες του Άμλετ) όπου, με παιγνιώδες ύφος, η πραγματικότητα αντιμετώπιζεται ως μια ψευδαίσθηση στην οποία δεν ισχύουν οι αρχές των πιθανοτήτων, κι η ύπαρξη υφίσταται εσαεί.

photo: Ilse Bing (American, born Germany. 1899-1998)
Self-Portrait in Mirrors
1931
Gelatin silver print
10 1/2 x 12″ (26.8 x 30.8 cm)
The Museum of Modern Art, New York. Joseph G. Mayer Fund
© 2010 The Ilse Bing Estate / Courtesy Edwynn Houk Gallery

το παρελθόν δεν είναι «επισκέψημο»

Κάθε πλαίσιο εννοιοδοτεί το περιεχόμενό του,
και το μέγιστο πλαίσιο είναι ο χρόνος.
Περιέχουμε το χρόνο,
όπως περιέχουμε τον τόπο μας, 
τα έρημα βράδια και τα αλγεινά καλοκαίρια μας,
τις συμπαγείς αγκαλιές που
βυθιστήκαμε,
κι όσες αέρινες
εμφιλοχωρούν κεντημένες στην επίγευση της γλώσσας,
ή στων δαχτύλων τα ορφανά επιθήλια/
Μάταιο να επιστρέφουμε αρχειακά,
στα χρόνια που ταξινομήθηκαν,
σε μικρά μπλε τετράδια
σαν τα τεφτέρια που λογαριάζε
η μάνα μου,
με ένα μολυβάκι φάμπερ καστέλ,
επιδεικτικά αγνοώντας
την «άχρηστη» πράξη της διαιρέσεως.
Χρόνια τώρα την περιμένω στα όνειρα
να κρεμάσει την ανορθόγραφη ταμπέλα της:
«Το παρελθόν δεν είναι επισκέψημο.»
ΚΛ – 07/20/2017

photo: Max Dupain (Australia 1911-92)

Illustration for Kelvinator advertisement
1936
Gelatin silver photograph
32.8 x 25.3 cm
Art Gallery of New South Wales, Sydney
Purchased with funds provided by the Photography Collection Benefactors’ Program 2000

αλήθεια είναι

Αλήθεια είναι πως δεν ψηλώνουμε με τον καιρό
μα μάλλον μαζεύουμε,
ενώ μαζεύει κι η φύση τα σχοινιά της
προς ένα απαλό φθινόπωρο που μας κυκλώνει διακριτικά,
μα επίμονα. 
Αλήθεια είναι πως δεν περισσεύουν τα λεφτά,
και πως ο χρόνος τα απαιτεί
όλο και περισσότερο,
σημαδεύοντας προς
το αυστηρό
-και αξιοπρεπές- τέλος.
Και πως οι άνθρωποι τελειώνουν αναίτια
προτού να αποσώσουν μια μπουκιά,
άλλος ζωγραφίζοντας έναν πίνακα
που δεν προλαβαίνει να γίνει η Νυχτερινή Περίπολος,
άλλος τραγουδώντας ένα απτάλικο, όπως το λεγε ο πατέρας του,
χτυπώντας τα μέτρα τέσσερα τέσσερα,
άλλος ζητιανεύοντας στα τέσσερα,
έξω απ’ το σουπερμάρκετ.
Αλήθεια είναι και πώς η ζωή δεν ολοκληρώνεται
δίχως ήλιο,
δίχως την τρεχάλα στη βροχή
και δίχως τα όνειρα/
ακόμη κι αν τα όνειρα,
σκάνε σαν μπαλόνια ένα ένα,
στον ύπνο μας το βράδυ._
ΚΛ – 05/10/2017

 

photo: Nils Strindberg

Örnen efter landningen. Ur serien Ingenjör Andrées luftfärd, 14/7 1897
14/7 1897. The Eagle Balloon after landing

From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print