What she knew (1986) – Lydia Davis

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΕΙΝΗ ΗΞΕΡΕ

Ο κόσμος δεν ήξερε αυτό που εκείνη ήξερε, ότι δεν ήταν στα αλήθεια γυναίκα μα ένας άνδρας, συχνά ένας παχύσαρκος άνδρας, μα ακόμη συχνότερα, ίσως, ένας γέρος άντρας. Της ήταν δύσκολο να μιλήσει με έναν νέο άνδρα, για παράδειγμα, παρότι ο νέος άνδρας ενδιαφερόταν ξεκάθαρα για κείνη. Έπρεπε να αναρωτηθεί, Γιατί αυτός ο νέος άνδρας φλερτάρει με τούτον τον γέρο;

What she knew (1986) – The collected stories of Lydia Davis – μετάφραση Κ. Χ. Λουκόπουλος

photo: Judy Dater (American, b. 1941)
Imogen and Twinka at Yosemite
1974
Gelatin silver print
Image: 9 1/2 × 7 1/2 in.
Mount: 17 15/16 × 14 in.
Frame: 22 5/8 x 16 5/8 x 1 3/8 in.
The J. Paul Getty Museum, Los Angeles, Gift of Jack von Euw

Death and the Maiden I

Το Θριάσιο ήταν πάντα μια κορνίζα από χρυσάφι έτοιμη να θερμοπυρωθεί
ανταλλάσσοντας δέρμα με μιαν ατμομηχανή
μες στην ιστορική συνθήκη της
μέχρι που κάποτε έγινε ολόκληρο Νοσοκομείο
με διακριτή μονάδα εγκαυμάτων
έκτοτε γεννάει εικόνες που ζουν μες στην κορνίζα του·
μια εικόνα χθόνιας δυναμικής
που εκβάλλει στα στάχυα της πεδινής Βοιωτίας σαν Αχέροντας,
κάτι υπέρηχους γεμάτους σκιές,
τους ανθρώπους που έγιναν σκιές πυκνότερες απ’ τους υπέρηχους,
το κορίτσι που πλακώθηκε από τα μπάζα στον σεισμό του ενενήντα εννιά
στα σύνορα με την αυγή
που άλλοτε ονομαζόταν οιωνοφέρουσα·
το βλέμμα της που, καταλήγοντας στο αεροδρόμιο,
περνά από τη γέφυρα του Σαρανταπόταμου
χαιρετώντας τους νεκρούς που ετοιμάζονται
για την πρωινή τους πτήση·
μια εικόνα τέλους
παγωμένη σ’ ένα αέναο στοπ καρέ·
την επίσκεψη του θανάτου που ενίοτε καταλήγει αρμένικη._

ΚΛ – 12/12/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

γκραβούρα: Gustave Doré

La Mort
Vision de Saint Jean
Dessin de Gustave Doré, gravure sur bois d’Héliodore Pisan.
Planche hors texte imprimée dans La Sainte Bible selon la Vulgate. Traduction nouvelle de l’abbé Jean-Jacques Bourassé avec les dessins de Gustave Doré.
A. Mame et fils (Tours), 1866, 2 vol. Tome II : Nouveau testament, p. 872.
BnF, Réserve des livres rares, Smith Lesouëf R-6283
© Bibliothèque nationale de France

UNDINE* (Όφις και Κρίνο**)


Σκοτεινός καιρός
απ’ το αίμα του μύριζε•
διασχίζαμε κείνη την άτεγκτη ανάμνηση
που ήταν σαν ένας γονιός δανεικός
καθώς τα κύματα ζωντάνευαν
με ανεξήγητες καμπυλώσεις
(το Ντουόμο θυμίζοντας να σηκώνεται μέσα από τα μάρμαρά του με έναν βρυχηθμό).
Ψάρια κολυμπούσαν εκτός καιρού
με αλλότρια σώματα,
τα κτίρια θρύβονταν απ’ την ορμή του σκότους
κι όλα τα αγόρια κατέληγαν στον ύπνο τους
με λίγο βήχα και μια γραμμούλα σάλιο στο μαξιλάρι.
Στο πάνελ που ήταν καρφιτσωμένη
η Undine τραγουδούσε για τα ερείπια και τους ανθρώπους
σα να αντέγραφε το Βιβλίο των Ωρών σε κάποιο μεσαιωνικό scriptorium:
με ευλάβεια και νόστο.
Με κάθε νότα η ουρά της μεγάλωνε
ώσπου – ξεκινώντας απ’ την Οστάνδη –
έφτασε στην Ες – συρ – Αλζέτ
τον χειμώνα του δεκαεννιά.
Εκεί, στις όχθες του ποταμού Μοζέλλα,
κι ενώ στα δάκρυά της επέπλεε,
σκότωσε δυο εμιγκρέδες απ’ την Τασκένδη
δίχως να εξηγήσει
ότι δεν ήταν καν η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου,
μια Μέδουσα των Ποταμών
καταραμένη να αγαπιέται ήταν,
σαν Όφις και σαν Κρίνο.

ΚΛ – 20/08/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

* Οι Undines είναι, σύμφωνα με τον Παράκελσο, μία από τις τέσσερις κατηγορίες πλασμάτων που μπορούν να χαρακτηριστούν στοιχειά. Σε πλήρη αντιστοίχιση με τα τέσσερα στοιχεία της αρχαιότητας, Γη, Νερό, Αέρας και Φωτιά τα πλάσματα αυτά είναι οι Νάνοι, οι Νύμφες, οι Συλφίδες και οι Σαλαμάνδρες. Στις νύμφες ανήκουν οι Undines που ανάλογα με τις παραδόσεις των λαών τις Ευρώπης παραπέμπουν άμεσα και στις γοργόνες. Η λέξη παράγεται ετυμολογικά από το λατινικό unda που σημαίνει κύμα. Άλλη εκδοχή της είναι η γραφή Ondines. Στη συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ επιχειρώ, εκτός των άλλων, μια ποιητική ζεύξη των μύθων και των παραδόσεων των χωρών Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο με τον μύθο της Περσεφόνης.

** Παραπέμπει στο νεωτεριστικό – κατά τη γνώμη μου – έργο του Καζαντζάκη, όπου η δίψα για την απόλυτη γνώση της αγαπημένης του συγγραφέα οδηγεί στη διαστροφική λαχτάρα να βιώσει τον ίδιο της τον θάνατο. Που με τη σειρά της παραπέμπει στην εμπεδόκλεια διαρχία του έρωτα και του θανάτου.

το φως, ο Μπέργκμαν και οι ρομαντικές κομεντί (lln)


ΤΟ ΦΩΣ, Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ (LLN)
Στις νυχτερινές διαδρομές κάτω από τα γεφυράκια στη φοιτητούπολη της Λουβαίν Λα Νεβ, το σκοτάδι είναι πιο πυκνό κι από το εσωτερικό ενός μέλανος σώματος. Απορροφά το φως αυτάρεσκα και δεν το επιστρέφει. Μα όσο κι αν αναζητώ συχνά το σκοτάδι, έμπλεο ήχων και κρυφών χρωμάτων, με νοσταλγία θυμάμαι και τις απογευματινές άσκοπες βόλτες στους ίδιους δρόμους, γεμάτες χλωροφύλλη και υγρασία, λειχήνες και βρύα, και την πανδαισία των εμφανών ή και κραυγαλέων, χρωμάτων των ανθόκηπων που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα στη θάλασσα της υποπράσινης διαβάθμισης ακόμη και το φθινόπωρο καθώς ενώ ο καιρός κρυώνει κι αρχίζει να πολεμάει το φως χρονικά από τη μια, υποκύπτει στη σαγήνη του και την ατίθαση καθαρότητά του, το υποθάλπει και το καλομαθαίνει, από την άλλη. Τα σπίτια, με τα τούβλα από κόκκινο άργιλο, ταυτισμένα με την αισθητική του τοπίου παραδίδουν τις καμινάδες και τα κεραμίδια από βασάλτη στην πικρή αφαίρεση του ήλιου προς τα σύννεφα. Ταυτόχρονα οι στέγες ορίζουν τον ορίζοντα με τρόπο αμετάκλητο. Εδώ τελειώνει το απόλυτο φως και αρχίζουν οι διαβαθμίσεις του γκρίζου κι οι άνθρωποι αναδύονται λειτουργικοί αν και άχρωμοι μες στην ξανθιά μονοτονία τους. Στη στροφή της Ρυ Λουπουάνι, εκεί όπου εδρεύει το χαμηλότονο Γηροκομείο, το φως μοιάζει να στρίβει επίσης φωτίζοντας τα μπαμπακένια μαλλιά των τροφίμων, δίνοντας μιαν αίσθηση χιονισμένου τοπίου στην αυλή όπου τυλιγμένοι με χοντρές, επίσης λευκές, γούνινες κουβέρτες πάνω στις αιώρες τους και τις υπαίθριες κούνιες φερ φορζέ, οι απόμαχοι μυρικάζουν τον βίο τους με τον αναστοχασμό που οφείλουν στην ουσία του. Τρία χρόνια αργότερα οι απώλειες της δομής, εξαιτίας τον κόβιντ, θα φτάσουν το 70%. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κει, στην αρχή του δικτύου των ατελείωτων και δαιδαλωδών πεζοδρόμων, βρίσκεται το εμπορικό κέντρο. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα σε οικίες, εμπορικά και πεζόδρομους ορίζει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στην Πολίχνη μα είναι και ένα γενικότερο μοντέλο κατασκευής μιας βελγικής κωμόπολης. Σπάνια συναντάει κανείς στον κανονιστικό οικιστικό ιστό έναν προφανή ναό (και πολύ λιγότερο, ή και καθόλου, έναν κραυγαλέο ναό) μία εκκλησία, οποιουδήποτε δόγματος. Οι χώροι λατρείας είναι αυστηρά ορισμένοι, δίχως αυλή, περιορισμένοι και σχεδόν απόκρυφοι ενώ ο πραγματισμός του πανεπιστημίου απλώς κλειδώνεται εκτός τους. Εντός του κάμπους βέβαια, σε ότι αφορά στους πιστούς, η πολυπολιτισμικότητα κάνει το θαύμα της. Σε τυχαία σημεία μια έκκεντρης βόλτας μπορείς να συναντήσεις από Κρίσνα ως προτεστάντες και ευαγγελιστές, βουδιστές, μωαμεθανούς και φυσικά Εβραίους. Με την αφορμή αυτή ανακαλώ μια τυχαία, μακρά συζήτηση που είχα, για την προσδοκία της Ανάστασης, τον ρόλο των σκιών και του Παραδείσου, με μια νεαρή Αφρικανή από το πρώην βελγικό Κονγκό μία παραμονή του Χάλοουϊν• συζήτηση που άνοιξε η ίδια, σε ένα παγκάκι έξω από το FNAC, με προφανή στόχο τον προσηλυτισμό μου σε κάποια εκκλησία Ευαγγελιστών. Η πρόσληψη του Παραδείσου εξαρτάται ίσως και από τα φυλετικά χαρακτηριστικά, μού λεει, καθώς περιστρέφει αμήχανα στα χέρια της ένα φυλλάδιο ενημερωτικό• όμως ένας κοινός παράδεισος για όλες τις θρησκείες, θα έμοιαζε ίσως περισσότερο με τον παράδεισο των μουσουλμάνων, όπου οι αναγωγές των απολαύσεων προς τέρψιν της σάρκας είναι περισσότερο κατανοητές αν και καθόλου πνευματικές. Ισχύει όμως εδώ η γνωστή ρήση για το τέλος μιας κουραστικής μερας όπου όλοι θέλουν να χυθούν στον καναπέ και να δουν μια ρομαντικη κωμωδία ενώ θα αφήσουν τον Μπέργκμαν για μια πιο χαλαρή σαββατιάτικη έξοδο. Για μας ο Παράδεισος – παρόλα αυτά – ταυτίζεται με την πνευματικότητα που επιδιώκουμε εν ζωή. Η πίστη μας είναι τυφλή πίστη και μόνο, λέει, δίχως ανταλλάγματα. Δίχως επίσης καμία απολύτως εμπλοκή με τις αποδείξεις, τον ορθό λόγο ή με την επιστήμη. Έχει προφανώς δίκιο. Μόλις πρόσφατα αναγνώρισα κι ο ίδιος την ακρίβεια και την ισχύ αυτού του συλλογισμού καθώς διακρίνει την ερμηνεία του κόσμου σε δύο γνωσιοθεωρίες μεταξύ τους ασύμβατες (σαν δύο ευθείες που δεν είναι παράλληλες αν και δεν τέμνονται) και αποδίδει τα αμφίσημα αξιώματα στην καθεμιά τους κατά το δοκούν. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Η κοπέλα αποφεύγει πάντως την κουβέντα για αφρικανικές δοξασίες, για χθόνιες θεότητες κλπ. με τον προφανή κυριολεκτικό φόβο τής ταύτισής της με την ειδωλολατρεία λόγω φυλής. Είναι άλλωστε σχεδόν διακόσια χρόνια που η απληστία και η μεγαλομανία του Λεοπόλδου τους απομάκρυνε από το γονιδιακό τους αποτύπωμα. Και σχεδόν εκατό χρόνια «ανεξαρτησίας». Έχω διαβάσει φυσικά το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, λέει, όπως και κάθε άλλο βιβλίο του. Η υπέροχη λογοτεχνία σας είναι σχεδόν το ίδιο ενοχική όπως και η Καθολική πίστη. Σκέφτομαι υπομειδιώντας ότι η λογοτεχνία μας δεν έχει καμία σχέση με τον Ζέμπαλντ, ούτε πολύ περισσότερο ο σχεδόν θετικιστικός αγνωστικισμός μου έχει καμία σχέση με την λαχτάρα της αμαρτωλής ψυχής για το καθολικό πουργκατόριο. Όμως μέσα μου καμαρώνω που πέρασε την προφορά μου βαλλόνικη έστω και για λίγο. Σπεύδω να διευκρινίσω την «ταπεινή» μου καταγωγή, καθώς και να φέρω στη συζήτηση τις δικές μου σταθερές: την εκ παραδόσεως εμμονή στην Ορθοδοξία της Ανατολικής εκκλησίας, το Βυζάντιο, μα κυρίως την αρχαιότητα, την Ελευσίνα και φυσικά την Περσεφόνη. Από όλα αυτά ξέρω μόνο την Περσεφόνη, λέει. Και πως το όνομα της έχει να κάνει με το φως. Ο Θεός στη ζωή μας είναι το Φως ενώ ο Σατανάς, το Σκοτάδι. Αυτό πρέπει να αναζητήσω μου λέει, το αιώνιο Φως. Δίχως να την αποπάρω εξηγώ τον μη καρτεσιανό ορθολογισμό μου, την εμμονή μου στην επιστημονική μέθοδο και υπογραμμίζω ότι, μπα, δεν είναι αδέσποτο πνευματικά ετούτο το γέρικο κουτάβι. Έπειτα από ώρα σηκώνεται αρκετά απογοητευμένη που έχει αποτύχει να με πείσει, μα το κρύβει με μια συγκινητική ευγένεια που φανερώνει ένα μεγαλείο και μια ποιότητα. Καθώς το φως υποχωρεί κι ο ήλιος ροδίζει, με καληνυχτίζει κι ανοίγει τα φτερά της μα ο άγγελός της δεν πετά. Αντίθετα, προσγειώνεται πριν καν απογειωθεί, σε ένα κατάστημα με γυναικείες τσάντες προς την έξοδο, του οποίου η βιτρίνα καιροφυλακτεί για τις απερχόμενες πελάτισσες (ακόμη και τις νεαρές αποτυχημένες ιεραποστόλους). Τελικώς απομακρύνεται, αγέρωχη πάνω στους εντυπωσιακούς γλουτιαίους της, με μια καινούργια τσάντα να έχει προστεθεί στο οπλοστάσιό της. Σκέφτομαι πως αν η Περσεφόνη ήταν Αφρικανή θα ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο μονήρης και το ίδιο αγνή, που ο Πλούτωνας θα ήθελε να την κορφολογήσει, αποκλειστικά για την απλότητά και την αθωότητα της, σαν αρπακτικό που προμηθεύεται τα θύματά του, απευθείας από την Πηγή των Παρθένων. Κι έτσι, παρότι ήδη απόγευμα και το τέλος μιας κουραστικής μερας πλησιάζει, κλείνει το χρονικό της αποτυχίας τής θρησκευτικής μου αποπλάνησης, με σκοτεινό Μπέργκμαν στο εμπορικό κέντρο Εσπλανάντ κι όχι με μια φωτεινή ρομαντική κομεντί στον καναπέ μου._

ΚΛ – 06/11/2021 – επιμύθια για τις ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – Η Πηγή των Παρθένων

οι αδέσποτοι εαυτοί

Κάθε νύχτα ταξιδεύει με ένα Ιλιούσιν της Αεροφλότ
προς το φωσφορίζον Κίεβο
κι όπως αντικατοπτρίζεται η εικόνα του στο τζάμι
βλέπει την ζωή του σαν μια κουκίδα από φως που έπαψε να υπάρχει ξαφνικά
όπως παύει η ανάσα ενός άστρου.
Κάθε νύχτα.
Όμως τον Δεκέμβρη του 2018 τη μέρα του Sinterklaas
και καθώς χωνεύει η ομίχλη
τα ρουθουνίσματα των ταράνδων
βρίσκεται σε ένα ατμόπλοιο στην Ες συρ Αλζέτ
σχεδόν έτοιμος να συγκρουστεί
με το Μποκ που ξεφυτρώνει από τα νερά
σαν ένα ακόμη μυθικό Άβαλον.
Έπειτα γίνεται διαυγής και μαύρος κι αχνιστός
φέρει δίκανο απασφαλισμένο
καθώς διασχίζει
το μονοπάτι του Λιανού προς την Τσόκα
κι όταν συναντιέται με τους Αδέσποτους Εαυτούς
τους σκοτώνει έναν προς ένα
ελπίζοντας να σκοντάψει προτού διασταυρωθεί με τα ζαρκάδια•
στον ύπνο του γυρίζει και χαϊδεύει το κορίτσι
που τον κρατάει τρυφερά απ’ τις μασχάλες
σα μετάλλιο
την κοπέλα αυτή δεν θα τη μνημονεύσει όταν αναπαυθεί
όπως δεν μνημόνευσε τη μάνα του
και τις εαρινές του ερωμένες.
Ξανά οι αδέσποτοι εαυτοί τον τριγυρίζουν
εκτοπλάσματα
ένα παπαδάκι
μια ορντινάτσα του διοικητή
ένας ποιητής με ακανόνιστη γενειάδα και γλειμμένο κρανίο
δηλαδή ένας θλιβερός άνδρας που αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ’ τον έρωτα•
πισωγυρίζει στον κέδρο που μεγαλώνει σαράντα δυο χρόνια αφόρητα γαλάζιος
πάνω από μια κουτσουπιά και του σκουπίζει τα δάκρυα,
έπειτα προσπαθεί να αναγνωρίσει ετούτη την παραβολή:
μια παντιέρα που ανεμίζει προς στα αριστερά
όμοια λευκό κοράκι αποχρωματισμένο•
μα εκεί που το ταξίδι γίνεται ένα vanishing point τη χάνει απόλυτα
καθώς είναι το ταξίδι του
αυτό που είναι
κι ό,τι απέμεινε απ’ εκείνο το είναι•
Έπειτα βήχει δίχως αιτία αφού
πάνε είκοσι χρόνια που έχει κόψει το τσιγάρο•
αλλά και το τσιγάρο ήταν μια κάποια λύσις.


ΚΛ – 10/10/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Φωτό: Άγριες Φράουλες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1957)

Ο ΝΤΕΛΒΩ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΟΥΤΡΕΧΤΗΣ

Όλα τα χέρια που απλωθήκαν
προς το καλβαίρ του μαρτυρίου,
τα χέρια της που μεγαλώναν στο νερό
μα εκπυρσοκροτούσαν
καταμεσής του πλήθους,
τα χέρια πένθη
μα και τα χέρια λωτοί,
                κάποτε την εγκατέλειψαν·
κι ενώ ξεχνώ πια το όνομα της
το χρώμα της στάχτης της
ή μιας κορδέλας που φορούσε στα μαλλιά,
τα μάτια της ακόμη αναδρομούν σχεδόν λευκά
από βαγόνι σε βαγόνι
στο δρομολόγιο Άμστερνταμ – Ουτρέχτη.
Όταν την επισκέπτομαι, απόγευμα Σαββάτου,
η κουκέτα της είναι ένα καταφύγιο των πουλιών και τα χέρια επιστρέφουν γονατίζοντας
βυθισμένα στην εικόνα με το πεθαμένο σκίαστρο
όπως σ’ εκείνο το δεκεμβριάτικο ταξίδι μας
που διασχίζαμε τη Φλάνδρα μ’ ένα φανάρι θυέλλης
κι οι ράγες ακούγονταν να σκληρίζουν
σα χοίροι προς σφαγή σ’ ένα χοιροτροφείο της αλαργινής Αδελαΐδας. 
«-Θα σε έχω φανάρι μου,» της είχα πει,
«όσο κι αν σκοντάφτω,
στις εκβολές των ανθρώπων
και στα οικονομικά τους ισοζύγια•»
στο τρένο
όλα τα χέρια του Ντελβώ θροΐζαν ταυτοχρόνως
μα απ’ έξω ο άνεμος σιωπούσε,
σαν κάποιος φίλος από χρόνια πια νεκρός._


ΚΛ- 18/09/2021

Πίνακας Paul Delveaux – Les Ombres, 1965, 125 × 231 cm – λάδι σε καμβά

χειμερία νάρκη

Χρόνια καθώς μεσολαβούν
και τα μαλλιά μας φθίνουν
το πλοίο απλώνεται υφάλμυρο προς τα τσιμεντωμένα του ίσαλα
οι άγκυρες γίνονται το μηδέν μηδέν κι αποκαργάρουν
κι εκείνο το βουνό
γίνεται η ακτίνα μας σε πολικές συντεταγμένες•
οι ναύτες διπλώνουν τα φλάμπουρα κι έπειτα πλοηγούνται
αλλόθρησκοι γερανοί με ωκεάνιες γλώσσες που σβουρίζουν σαν μύγες
γύρω από ένα φρεσκοκομμένο κομμάτι κρέας•
νερό ακούγεται να κελαρύζει από μακριά
και μια αυστηρή δασκάλα από το Όσλο
τυλίγει αμήχανη την φούστα
γύρω από τα μπούτια της•
όμορφη νύχτα, θα είναι για πάντα•
ο χρόνος μας ξαναγεννιέται κι ενώ ψυχορραγεί
σαν ενας φάρος που αχνοσβήνει
στην ομίχλη,
μόνο το σέλας που ιριδίζει
μάς θυμίζει πως είμαστε στο φέρυ Μπέργκεν – Κοπεγχάγη και μόλις διαβήκαμε το Geirangerfjord•
εδώ, κάποιες σταγόνες απ’ τη ζήση μας
συλλέγουν το αλάτι τους
μαζί με τους συντρόφους που χάθηκαν
στη μάχη του πρεστίζ
κι όλους τους ποιητές που επανεφηύραν τον κόσμο τους
ώστε να τους βραβεύει
καθώς, γύρω μας,
η ανάμνηση της δίψας για ζωή
πήζει τον πάγο πριν την έκρηξη
κι ακόμη μια φορά παρεξηγούμε
τη νάρκη που πατάμε
πως είναι μια απέραντη χειμερία νάρκη
που απολαμβάνουμε όλες εμείς,
οι σύνθετες, κι υπεράνω,
πολικές αρκούδες._

ΚΛ – 16/08/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό:Herbert List (German, 1903-1975)
The Enchanted – At the Villa Magica, Rome Italy
1949
Vintage gelatin silver print
29.4 x 23.8cm
© Herbert List Estate, Hamburg, Germany
Courtesy Galerie Karsten Greve, Cologne Paris St. Moritz

δεύτερη θεωρία των ορμών

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα έστρεφε πάνω κάτω πάνω κάτω
σατανιστικά

σκέφτηκε
αν τώρα πέθαινα
θα ήθελα το χώμα να αντικρίζω
ώστε να προλάβουμε να γνωριστούμε
πριν απ’ την τελετή._

ΚΛ – 08/07/2021

photo
Friedrich Seidenstücker (German, 1882-1966)
Konzentration vor dem Abschuß des Pfeils (Concentration before the arrow is fired)
1932

Ντινάν – Ναντίν

ΝΤΙΝΑΝ  

Φτάνει κάποτε κι η εποχή με τα κόκκινα σύννεφα,

αυτό που λέμε από συνήθεια,

«ο καιρός των παροπλισμένων τρένων»,

που το ποτάμι υποχωρεί κι εμφανίζεται μια άμπωτη

(όμοια με κείνη που απαντάται στη λίμνη Μίσιγκαν καθώς ταξιδεύει κανείς

βορειοανατολικά προς τη μελαγχολική Οτάβα)

και το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα,

υπέργηρους εργάτες των ορυχείων λιγνίτη,

αγρότες στις φάρμες της Ουτρέχτης δαγκωμένους από νερόφιδα,

ντροπαλούς πολιτοφύλακες που από τον Ρέμπραντ απεικονίζονταν

στη Νυχτερινή Περίπολο,

καμένες χήρες μαζί με τους εκλιπόντες συζύγους τους αναφλεχθείσες,

λες, στον Γάγγη ποταμό,

δαιμονικές θεότητες των βάλτων του Νέκκερσπουλ

ή νεαρούς Σειληνούς των Ελευσίνιων λόφων,

κι από το οχυρό του Ντινάν καθώς ο ήλιος υποστέλλεται,

έναν Επίσκοπο που τον απιθώνει το κρεμαστό τελεφερίκ

πλάι στα σαξόφωνα

σαβανωμένο στα πορφυρά του ράσα.

   

ΝΑΝΤΙΝ  

Στο Ντινάν

μια κόρη βεδουίνων με μάτια

ανυπόληπτα

δούλευε χρόνια εισπράκτορας στα τρένα

μα μόλις την άγγιζε τ’ αστρόφως

λίγωνε

καθώς το δέρμα της την έρημο

αλυχτούσε.

Δεν διψώ το κορμί της πια

ή τα χέρια της

θύελλες της άμμου, χρώματα ανυπέρθετα,

της σαύρας και του ανέμου κεραμίδια

ούτε διψώ τις μπύρες της,

του δροσερού αφαλού της την τραχύτητα

ή τα σκληρά σφυρά της

μα νοσταλγώ την κάτω κοίλη φλέβα της

εκεί όπου βράζει

μια κούπα τσάι γεμάτο κάρδαμο, φλισκούνι κι αγριόμελο

που εκβάλλει στη χαράδρα της

στης ήβης της το νέφος

καθώς

ενώ ο πάππος της πέθανε υπέργηρος

σ’ ένα ιμπν αμμ βόρεια του Ευφράτη

εκείνη τρώει πάντοτε μονάχη της σε μια καντίνα στο ποτάμι

κρύβοντας σιωπηλά κάτω από τη φούστα της

τις θίνες που συλλέγονται

απ’ τους πόθους

και τα χρόνια._

ΚΛ – 01/06/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: Marta Astfalck-Vietz (German, 1901-1994)
Ohne Titel (Marta Vietz, Akt mit Spitze) (Marta Vietz, nude with lace)
c. 1927
Gelatin silver print
Dietmar Katz/Berlinische Galerie © VG Bild-Kunst, Bonn
Dietmar Katz/Berlinische Galerie

Malgré Nous*


Στάζει ο χρόνος απ’ τα σπίτια
ερήμην μας
μπαλκόνια εκτείνονται προς τα έγκατα
οι σκάλες μόνο κατεβαίνουν
οι νεκροί μας, χθεσινοί κι αυριανοί, αναμειγνύονται•
τα παιδιά μας γεννάν εγγόνια
αμέσως μόλις γυρνούν απ’ τα φροντιστήρια•

όπως ξημερώνει
ανάβω ένα φως στο χολ και υποκρίνομαι κάποιο κελάηδισμα
κι ας μιλούσαμε όλη νύχτα με τη σιωπή•
τα μάτια μας μεγαλώνουν
όπως αφρίζουν τα μάτια ενός μάνγκα
λες και το Tokyo Story**
με γυάλινες μαριονέτες ξαναγυρίζεται•
κι ακούω•
τον σκύλο της άνοιξης που με τα δόντια σπάει τους πάγους
την εικόνα σου που κυλίεται αντί να ολισθαίνει
ένα χάδι που ξεστράτισε από το αυτί
και κατακρημνίστηκε
μια ρώγα που απ’ τον κόρφο της
θηλάζω ακόμη νιάτα•

αρκούν αυτά
για να ξαναγεννηθούμε;

ΚΛ – 29/01/2021

* ο τίτλος παραπέμπει έμμεσα στο πεζογράφημα Άθελά μας της Ελένης Μπουκαούρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2020 του οποίου την κεντρική ιδέα, παρότι δηλώνεται εντός διαφορετικού εντελώς πλαισίου, τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική μιας μοιρολατρικής θεώρησης του βίου απέναντι στην πλημμυρίδα του χρόνου και την οργάνωση των δομών με όρους εξουσίας. Σπουδαίο μυθιστόρημα, αφορμή προς την ποίηση, το συστήνω σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτα.

** Tokyo Story (1953) ταινία του Γιασουχίρο Όζου

photo: Harry Croner (German, 1903-1992)


The inhabitants of the district discover the fate of their now captive neighbours and the unusual emotion that reigns around the Japy gymnasium

May 14, 1941